Η εκεχειρία ΗΠΑ – Ιράν άνοιξε ξανά τον δρόμο για να ανοίξει -αν αυτό συμβεί τελικώς- και το Ορμούζ, αλλά δεν αποκατέστησε ούτε την ενεργειακή ισορροπία ούτε τη στρατηγική τάξη στην περιοχή. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι σταματά τώρα, αλλά τι ετοιμάζεται για την επόμενη ημέρα – από τα διυλιστήρια του Κόλπου έως το μέτωπο του Λιβάνου.
Οι χθεσινές συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν στο Ισλαμαμπάντ, που ολοκληρώθηκαν χωρίς τελική συμφωνία έπειτα από πολύωρες διαπραγματεύσεις (21 ωρών), επιβεβαίωσαν ότι η επόμενη ημέρα παραμένει ασαφής και ότι τα βασικά ζητήματα ασφάλειας και επιρροής στην περιοχή παραμένουν ανοικτά.
«Κάναμε σαφές ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές μας», είπε ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς αναχωρώντας από το Ισλαμαμπάντ, ενώ με τη σειρά της η Τεχεράνη έκανε λόγο για «παράλογες απαιτήσεις».
Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ αμέσως μετά τις κρίσιμες διαπραγματεύσεις άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο για ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν μετά το αδιέξοδο. Συγκεκριμένα ο Αμερικανός πρόεδρος κοινοποίησε άρθρο στο οποίο γίνεται αναφορά στο ενδεχόμενο επιβολής ναυτικού αποκλεισμού στο Ιράν, εφόσον η Τεχεράνη δεν αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις.
Μεγάλη δυσπιστία
Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, βασικός στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών όταν συμφώνησαν με το Ιράν για κατάπαυση του πυρός, είναι ασφαλώς το πρώτο βήμα για να αρχίσει ξανά να ρέει ενέργεια μέσω του Περσικού Κόλπου. Μόνο που είναι ακριβώς αυτό, το πρώτο βήμα. Τίποτε περισσότερο. Η εικόνα που επιχειρείται να παρουσιαστεί από την Ουάσινγκτον ως μερική επιστροφή στην κανονικότητα είναι στην πραγματικότητα μια εύθραυστη παύση μέσα σε ένα σύστημα που έχει ήδη τραυματιστεί βαθιά. Και το τραύμα αυτό δεν κλείνει μέσα σε 15 ημέρες.
Οι ίδιες οι συνομιλίες στο Πακιστάν κατέδειξαν ότι η δυσπιστία μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει υψηλή και ότι οι διαφωνίες εκτείνονται πέρα από το άμεσο στρατιωτικό πεδίο, αγγίζοντας το πυρηνικό πρόγραμμα και τον περιφερειακό ρόλο της Τεχεράνης. Διυλιστήρια, εγκαταστάσεις αποθήκευσης, πεδία πετρελαίου και φυσικού αερίου σε τουλάχιστον εννέα χώρες, από το Ιράν έως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, βρέθηκαν στο στόχαστρο επιθέσεων. Η καταστροφή δεν περιορίζεται στο ορατό μέρος της, δηλαδή στις φλόγες, στις κατεστραμμένες δεξαμενές και τις μαύρες στήλες καπνού.
Αφορά και το αόρατο: τις εφοδιαστικές αλυσίδες που διαλύθηκαν, τα πληρώματα που διασκορπίστηκαν, τους τεχνικούς που αποχώρησαν, τα πλοία που έμειναν ακινητοποιημένα, τις αγορές που άρχισαν να τιμολογούν όχι απλώς τον πόλεμο αλλά και την πιθανότητα της επανάληψής του.
Εδώ βρίσκεται και το πρώτο μεγάλο πρόβλημα της εκεχειρίας. Δεν σταματά έναν πόλεμο που ολοκληρώθηκε. Παγώνει έναν πόλεμο που απλώς μπήκε σε αναμονή. Και όταν το σύνολο της περιφερειακής ενεργειακής αρχιτεκτονικής λειτουργεί υπό τον όρο «αν όλα πάνε καλά για δύο εβδομάδες», τότε η κανονικότητα δεν επιστρέφει. Απλώς αναστέλλεται ο πανικός.
Ο κίνδυνος παραμένει
Η συμφωνία προβλέπει ότι το Ιράν θα επιτρέψει τη διέλευση πλοίων από τα Στενά χωρίς επιθέσεις. Αυτό ήταν το ελάχιστο που χρειαζόταν η αμερικανική πλευρά για να ισχυριστεί ότι απέσπασε ένα στρατηγικό αποτέλεσμα. Η επαναλειτουργία όμως του Ορμούζ δεν σημαίνει αυτόματα και επανεκκίνηση του ενεργειακού συστήματος του Κόλπου.
Για να επιστρέψει πραγματικά η παραγωγή χρειάζονται επιθεωρήσεις, τεχνικές παρεμβάσεις, αντικατάσταση εξειδικευμένου εξοπλισμού, σταδιακή επαναφορά πίεσης στα κοιτάσματα, αποκατάσταση των βοηθητικών υποδομών και -το σημαντικότερο- μια στοιχειώδης βεβαιότητα ότι οι εγκαταστάσεις που θα ξανανοίξουν δεν θα ξαναχτυπηθούν.
Αυτό ακριβώς λείπει σήμερα. Οι εταιρείες ενέργειας, οι διαχειριστές τερματικών σταθμών, οι ασφαλιστικές και οι ναυτιλιακές λειτουργούν με βάση όχι τις πολιτικές δηλώσεις, αλλά την πρόβλεψη κινδύνου. Και ο κίνδυνος έχει ενσωματωθεί πλέον στον τρόπο με τον οποίο διαβάζεται ολόκληρη η περιοχή.
Γι’ αυτό και ακόμη και αν τα πρώτα φορτία αρχίσουν να κινούνται με μεγαλύτερη ασφάλεια, η αγορά γνωρίζει ότι μιλάμε για μερική επανεκκίνηση. Αλλο πράγμα, όμως, η εκκένωση δεξαμενών και άλλο η επαναφορά μιας σύνθετης παραγωγικής αλυσίδας που έχει δεχθεί πλήγματα σε πολλά επίπεδα. Ορισμένες γεωτρήσεις ίσως επιστρέψουν σε λειτουργία μέσα σε ημέρες ή εβδομάδες. Μια πιο πλήρης αποκατάσταση, ωστόσο, απαιτεί μήνες. Και σε ορισμένες περιπτώσεις χρόνια.
Διαβάστε περισσότερα στο Protothema.gr
