search icon

Διεθνή

Το μεγάλο στοίχημα του Τραμπ με το Ιράν: Το ρίσκο, οι επιδιώξεις και οι αστάθμητοι παράγοντες

Ο Τραμπ επενδύει πολιτικά και στρατηγικά στην ευαλωτότητα της Τεχεράνης, επιδιώκοντας να μετατρέψει μια εξωτερική σύγκρουση σε εσωτερικό πολιτικό πλεονέκτημα, την ώρα που η κοινή γνώμη παραμένει διχασμένη και το Κογκρέσο αντιδρά για την παράκαμψή του

Όταν Ντόναλντ Τραμπ ανέβαινε στην εξουσία στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα από τα κύρια συνθήματά του ήταν η απόφαση να βάλει τέλος στους «ατελείωτους πολέμους» που είχαν δαπανήσει ζωές και πόρους της Αμερικής στη Μέση Ανατολή και αλλού. Πολλοί είχαν εκλάβει αυτή την ρητορική ως δέσμευση ότι ο νέος Λευκός Οίκος θα απέφευγε νέες στρατιωτικές δεσμεύσεις σε ξένες συγκρούσεις, μειώνοντας τον ρόλο των ενόπλων δυνάμεων σε διεθνείς αντιπαραθέσεις και θα έστρεφε την προσοχή του στα εσωτερικά προβλήματα και τις προκλήσεις της χώρας προκειμένου «Η Αμερική να Ξαναγίνει Ισχυρή».

Ωστόσο, η πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί απέχει πολύ από αυτή την εικόνα. Αντί να επιδιώξει να περιορίσει τις στρατιωτικές δεσμεύσεις, ο Τραμπ μέσα σε περίπου ένα χρόνο διακυβέρνησης έχει προχωρήσει σε διπλωματικές αλλά και στρατιωτικές παρεμβάσεις ανά τον κόσμο δείχνοντας σαφή πρόθεση να αλλάξει τις γεωπολιτικές ισορροπίες: ανέτρεψε με θεαματικό τρόπο τον Νίκολας Μαδούρο στη Βενεζουέλα, έχει μιλήσει ευθέως για αλλαγή ηγεσίας στην Κούβα, εξαπέλυσε αεροπορικές επιθέσεις σε Υεμένη, Συρία και Νιγηρία, έχει απειλήσει ακόμη και να καταλάβει τη Γροιλανδία και μόνο από την Ουκρανία προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις, παίζοντας εμφανώς το παιχνίδι του Κρεμλίνου και επιμένοντας ότι ο συγκεκριμένος πόλεμος αφορά κυρίως τους Ευρωπαίους, διότι είναι στη… γειτονιά τους.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, με την τωρινή μεγάλης κλίμακας επίθεση στο Ιράν, αλλάζει κυριολεκτικά… πίστα και θέτει εαυτόν ενώπιον της πιο δύσκολης και συνάμα επικίνδυνης πρόκλησης: τη μετατροπή της αντιπαράθεσης με το Ιράν σε μια μακρά και στρατηγική αντιπαράθεση, που ο ίδιος ομολόγησε στο διάγγελμα του ότι μπορεί να έχει και αμερικανικά θύματα, με απώτερο στόχο την ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη και παράλληλα την εξουδετέρωση/αποδυνάμωση των περιφερειακών της συμμάχων.

Η φιλοδοξία Τραμπ να εκμεταλλευτεί το σημερινό, κατά πολλούς τρόπους αδύναμο σημείο που βρίσκεται η κυβέρνηση της Τεχεράνης, ποντάροντας ενδεχομένως και σε μια παράλληλη εσωτερική εξέγερση από τους ήδη αγανακτισμένους πολίτες της χώρας, δεν είναι απλώς μια στρατιωτική επιλογή. Πρόκειται για ένα βαθύτατο πολιτικό στοίχημα που συνδέεται άρρηκτα με τη στρατηγική του θέση στο εσωτερικό των ΗΠΑ και τις προοπτικές του ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών τον Νοέμβριο.

Το πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον θεωρεί πως η Ισλαμική Δημοκρατία είναι σήμερα πιο ευάλωτη από ποτέ, με την οικονομία να αντιμετωπίζει πιέσεις, τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις να έχουν σημάνει ευρεία δυσαρέσκεια πριν από την κλιμάκωση και το διεθνές περιβάλλον να έχει περιορίσει την ικανότητά της να δράσει ανεξέλεγκτα. Αυτή η εικόνα, σε συνδυασμό με στρατηγικές διαφωνίες εντός του ιρανικού καθεστώτος για το μέλλον, έχει δημιουργήσει μια αντίληψη στην αμερικανική (αλλά και στην ισραηλινή) ηγεσία ότι υπάρχει ένα μοναδικό «παράθυρο ευκαιρίας» για να αποσταθεροποιηθούν εσωτερικά οι μουλάδες ή έστω να υποκύψουν στις αμερικανικές απαιτήσεις.

Το τελευταίο πάντως μοιάζει λίαν απίθανο, δεδομένου ότι στις επιθέσεις υπάρχει άμεση εμπλοκή του Ισραήλ, ήτοι του πλέον «θανάσιμου» εχθρού του ισλαμικού καθεστώτος, κάτι που καθιστά απαγορευτική την πιθανότητα ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν, ο Αλί Χαμενεϊ, να υποχωρήσει.

Μια αντιφατική στροφή

Η αλλαγή πορείας στην εξωτερική πολιτική του Τραμπ είναι εντυπωσιακή. Είναι δε, σαφές ότι δεν αποτελεί απλά μια στρατιωτική επιλογή ανάγκης, αλλά μια βαθιά ιδεολογική μετατόπιση προς ένα πολεμοχαρή παρεμβατισμό που σηματοδοτεί αλλαγή τόσο σε σχέση με τις προεκλογικές του δεσμεύσεις όσο και με τον παραδοσιακό ρεαλισμό που επιζητούσε αποφυγή ολοκληρωτικών πολέμων.

Η νέα στρατηγική επιλογή δίνει έμφαση όχι μόνο στην «προστασία των αμερικανικών συμφερόντων» αλλά και στην ενεργητική προώθηση αλλαγής καθεστώτος σε ένα μεγάλο εχθρικό κράτος, στόχος που με βάση τα ιστορικά στοιχεία δεν είχε επιδιωχθεί σε τόσο υψηλό επίπεδο στην Ουάσιγκτον από την εποχή του πολέμου του Ιράκ, αλλά και πολύ πιο πριν.

Ο τρέχων σχεδιασμός στην Ουάσιγκτον θεωρητικά συνδέει την επίθεση κατά του Ιράν με την προσπάθεια να περιοριστεί η δυνατότητα της Τεχεράνης να αναπτύξει πυρηνικά όπλα ή πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, αλλά και να αποδυναμώσει τον ρόλο της στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, η προπαγάνδα και οι δημόσιες δηλώσεις, τόσο από τον ίδιο τον Τραμπ όσο και από συμμάχους του, υπογραμμίζουν ότι αυτή η σύγκρουση μπορεί να αποτελέσει «γενεσιουργό στιγμή» για τους Ιρανούς να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους και να «παραλάβουν» την εξουσία, μια ρητορική που στοχεύει στο να πείσει το διεθνές και αμερικανικό κοινό για τους ευγενείς στόχους της στρατιωτικής δράσης.

Ωστόσο, αυτή η στρατηγική δεν είναι χωρίς κινδύνους. Ο υπολογισμός του Λευκού Οίκου είναι ότι μπορεί να επιτευχθεί η πτώση του καθεστώς της Τεχεράνης χωρίς να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω τη Μέση Ανατολή ή να οδηγήσει σε βαθύτερη εμπλοκή των ΗΠΑ, όπως ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων στο Ιράν ή σοβαρά αντίποινα κατά αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Όμως, πρόκειται για ένα σοβαρό ρίσκο που δημιουργεί προβληματισμό στη διεθνή κοινότητα, αλλά και σε παράγοντες των αγορών, οι οποίοι ανησυχούν βάσιμα για αρνητικό ντόμινο στις ενεργειακές τιμές (τα χειρότερα σενάρια κάνουν λόγο για εκτίναξη του πετρελαίου έως και τα 120-130 δολάρια το βαρέλι) και άρα τις οικονομίες παγκοσμίως.

Η Ισλαμική Δημοκρατία, παρότι πιεσμένη από τις οικονομικές δυσκολίες και την εσωτερική δυσαρέσκεια, διαθέτει ακόμα ισχυρές δυνάμεις ασφαλείας και θεσμούς, κυρίως το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης με μια δύναμη 180.000 φανατισμένων ανδρών, που μπορούν να διατηρήσουν την αυτονομία του καθεστώτος ακόμη και υπό εξωτερική πίεση. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό, διότι μπορεί να αποτρέψει τους εξουθενωμένους πολίτες – στους οποίους ποντάρει ο Τραμπ – να ξεσηκωθούν, φοβούμενοι σκληρά αντίποινα και μάλιστα σε βάθος χρόνου, ακόμη κι όταν τα όπλα της τωρινής επίθεσης σιγήσουν.

Για τον ίδιο λόγο, έμπειροι αναλυτές επισημαίνουν πως, ακόμη κι αν ο Χαμενεϊ πέσει θύμα κάποιας επίθεσης – αν και πληροφορίες αναφέρουν ότι δεν βρίσκεται καν στην Τεχεράνη αλλά σε ασφαλή, άγνωστη τοποθεσία-, αυτό δεν εγγυάται σε καμία περίπτωση την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, το οποίο είναι καλά εγκαθιδρυμένο με θεσμικές δομές δεκαετιών που μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν.

Εσωτερικό ρίσκο: Δημοσκοπήσεις και πολιτική πίεση

Παρά τη στρατηγική αφήγηση για την αποστολή των ΗΠΑ, ο Τραμπ αντιμετωπίζει σημαντικό πολιτικό ρίσκο εντός της χώρας. Ένα κρίσιμο μέτωπο αντιπαράθεσης αφορά το γεγονός ότι δεν ζήτησε έγκριση από το Κογκρέσο πριν δώσει την εντολή για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, κάτι που έχουν επισημάνει ήδη αρκετοί νομοθέτες και θεσμικοί παράγοντες ως παραβίαση των Συνταγματικών εξουσιών ενός Αμερικανού προέδρου να κηρύξει πόλεμο χωρίς κοινοβουλευτική συναίνεση,  μια ενέργεια που ήδη έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από μέλη του Κογκρέσου και νομικούς σχολιαστές.

Οι Δημοκρατικοί, αλλά και μερικοί Ρεπουμπλικάνοι, έχουν δεσμευθεί να προχωρήσουν σε ψηφοφορίες για να περιορίσουν την ικανότητα του προέδρου να αναλάβει μονομερείς στρατιωτικές ενέργειες χωρίς έγκριση, επικαλούμενοι άρθρα του Συντάγματος και της νομοθεσίας περί πολεμικών εξουσιών. Αυτές οι κινήσεις έχουν στόχο να αναδείξουν την έλλειψη συνοχής και διαφάνειας στην απόφαση για στρατιωτική δράση και να υπογραμμίσουν την ανάγκη για δημοκρατική λογοδοσία.

Για να δικαιολογήσει την απόφαση του, ο Τραμπ στο διάγγελμα του υποστήριξε ότι στόχος του είναι να προστατέψει τους ίδιους τους Αμερικανούς πολίτες, καθώς η Τεχεράνη κατασκευάζει πυραύλους «που πολύ σύντομα θα μπορούσαν να χτυπήσουν την Αμερική». Όμως, ψύχραιμες φωνές στα αμερικανικά media επεσήμαναν ότι κανένα στοιχείο από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες (όπως την κραταιά Defense Intelligence Agency) δεν στοιχειοθετεί μια τέτοια κατηγορία, ούτε καν την πιθανότητα το Ιράν να έχει πρόγραμμα κατασκευής διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων.

Παράλληλα, δημοσκοπήσεις που διενεργήθηκαν ενόψει της κρίσης δείχνουν ότι, ενώ ένα μεγάλο μέρος των Αμερικανών — περίπου το 61% — θεωρεί το Ιράν εχθρό των ΗΠΑ και εκφράζει ανησυχία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, μια πλειοψηφία εκφράζει επίσης έλλειψη εμπιστοσύνης στο κατά πόσο ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ικανός να χειριστεί με σωστό τρόπο στρατιωτικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό. Μια πρόσφατη έρευνα αποκάλυψε ότι περίπου το 56% των Αμερικανών δεν εμπιστεύονται τον πρόεδρο να λαμβάνει σωστές αποφάσεις σχετικά με στρατιωτική δράση, ενώ υψηλά ποσοστά εκφράζουν επιφυλάξεις για τη διαχείριση κρίσεων από τον ίδιο.

Αυτές οι τάσεις αντικατοπτρίζουν μια διπλή πίεση: αφενός, οι ψηφοφόροι συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό ότι το Ιράν αποτελεί απειλή, αφετέρου όμως αμφισβητούν την ικανότητα και τη στρατηγική κρίση του Τραμπ να αντιμετωπίσει μια τέτοια απειλή με αποτελεσματικό τρόπο.

Σε μια χρονιά όπου οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου αναμένονται να καθορίσουν τη σύνθεση του Κογκρέσου και ενδεχομένως να ανατρέψουν την ισορροπία δυνάμεων στον λόφου του Καπιτωλίου, αυτές οι ανησυχίες θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο πολιτικό κεφάλαιο του Ντόναλντ Τραμπ και άρα στη μετέπειτα ικανότητά του να προωθήσει την ατζέντα του.

Διαβάστε ακόμη  

Συναγερμός στα Στενά του Ορμούζ – Οδηγία για αναβολή διελεύσεων μετά τα πλήγματα σε ιρανικούς στόχους

Καύσιμα: Πώς η κρίση με το Ιράν θα αυξήσει τις τιμές στις αντλίες

Ελ. Βενιζέλος: Πάνω από 20 ακυρώσεις πτήσεων αλλά και εκτροπές δρομολογίων στο αεροδρόμιο της Αθήνας από ξένες αεροπορικές

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version