search icon

Ο ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ

Ψηφοφόροι VS δανειστών: Μια δύσκολη ισορροπία για τον Μητσοτάκη

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υπόσχεται λιγότερους φόρους και περισσότερες δαπάνες, αλλά οι διεθνείς πιστωτές ανησυχούν, γράφει ο Economist

Στις εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη για φοροελαφρύνσεις στη μεσαία τάξη και στις επιχειρήσεις, για μη απολύσεις στο Δημόσιο και μη περικοπή των επιδομάτων αναφέρεται άρθρο του Economist, με το εύγλωττο σχόλιο «αφήστε να έρθουν καλύτερες μέρες».

Την τελευταία δεκαετία η Ελλάδα δεν ήταν το ιδανικό μέρος για πολιτικούς που ήθελαν να είναι αρεστοί στους ψηφοφόρους. Τώρα η νέα κυβέρνηση της κεντροδεξιάς βάζει τα δυνατά της με τη δημιουργία θέσεων εργασίας σε μέρη που υπέφεραν πολύ με σκληρές περικοπές κατά τη διάρκεια οκτώ ετών κρίσης, το υπουργείο Υγείας ετοιμάζεται να προσλάβει 2.400 εργαζόμενους στον χώρο της Υγείας ενώ 1.500 αστυνομικοί μπαίνουν στην ενεργό δράση.

Δυστυχώς, ωστόσο, σχολιάζει το δημοσίευμα, οι καλές μέρες δεν είναι εγγυημένο ότι θα έρθουν. Οι πολιτικές επιλογές του Ελληνα πρωθυπουργού θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν τις πιθανότητες της χώρας να μειώσει τους υψηλούς στόχους για πρωτογενή πλεονάσματα που έχουν τεθεί από τους πιστωτές της – ΕΕ και ΔΝΤ.

Οι οικονομολόγοι φοβούνται ότι ο σχετικά άπειρος Μητσοτάκης, που ήταν υπουργός τη διετία 2013-2015 – μπορεί να υπερεκτιμά τις ηγετικές του ικανότητες να αποτινάξει τη βαθιά γραφειοκρατία από τη χώρα και να πιέσει για μεταρρυθμίσεις.

Μέχρι στιγμής, οι αγορές έχουν δώσει στον κ. Μητσοτάκη και στη Νέα Δημοκρατία ψήφο εμπιστοσύνης. Στςι 16 Ιουλίου η Ελλάδα εξέδωσε το πρώτο της 7ετές ομόλογο από το 2010. Η έκδοση που στόχευε στην άντληση 2,5 δισ. ευρώ υπερκαλύφθηκε άνετα, καθώς οι προσφορές ξεπέρασαν στα 13 δισ. ευρώ, ενώ το επιτόκιο υποχώρησε στο 1,9% Η Ελλάδα δανείζεται πλέον με ίδιο επιτόκιο με την Ιταλία.

Το να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης από ΕΕ και ΔΝΤ θα είναι κατά τι πιο δύσκολο. Ερωτηθείσα για τη νέα ελληνική κυβέρνηση στην ετήσια θερινή συνέντευξη Τύπου που παραχωρεί, η Γερμανίδα Καγκελάριος, Ανγκελα Μέρκελ, χαρακτήρισε την έκδοση του ελληνικού ομολόγου «πολύ θετική» ωστόσο κράτησε τις επιφυλάξεις της λέγοντας χαρακτηριστικά: «θα πρέπει να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα».
.
Η σπουδή του κ. Μητσοτάκη να επιταχύνει την ανάπτυξη μέσω της μείωσης φόρων όσο το δυνατό πιο γρήγορα, ενέχει ρίσκο. Κατά την πρώτη του ομιλία στη Βουλή, ανακοίνωσε την άμεση μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 22% και τη μείωση του εταιρικού φόρου από το 28% στο 24%. Και τα δυο μέτρα θα ισχύσουν από τον Σεπτέμβριο, τέσσερις μήνες νωρίτερα από την αρχική πρόβλεψη. Ο χαμηλότερος φορολογικός συντελεστής θα μειωθεί από το 22% στο 9%, ενώ ο ΦΠΑ θα μειωθεί κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες. Κι άλλες περικοπές θα ακολουθήσουν το 2020, έχει πει ο κ. Μητσοτάκης.

Παράλληλα έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν θα διευρύνει τη φορολογική βάση – μια πολυαναμενόμενη μεταρρύθμιση που ο ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε πέρυσι. Η Μιράντα Ξαφά, πρώην οικονομολόγος του ΔΝΤ, επισημαίνει ότι επτά στους δέκα Έλληνες πληρώνουν λιγότερο από € 100 ετησίως στον φόρο εισοδήματος.

Το να πληρώνουν περισσότεροι πολίτες φόρο «θα βοηθούσε να καλυφθούν οι περικοπές των φορολογικών συντελεστών και να καταστήσει δικαιότερη την κατανομή των βαρών”» αναφέρει η ΄ίδια.

Στο μεταξύ, υπάρχουν πολλές οικονομικές τρύπες που πρέπει να καλυφθούν σε πολλές κρατικές εταιρείες. Η κακή διαχείριση και μια αποτυχημένη προσπάθεια ιδιωτικοποίησης από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ώθησαν τη ΔΕΗ, η οποία παρέχει ηλεκτρισμό στα μισά νοικοκυριά της Ελλάδας, στο χείλος της κατάρρευσης. Η ΛΑΡΚΟ οφείλει στη ΔΕΗ περισσότερα από 200 εκατ. ευρώ σε απλήρωτους λογαριασμούς. Οι μισθοί για 7.000 εργαζόμενους στα ελλειμματικά ΕΛΤΑ καλύπτονται από τα έσοδα του προϋπολογισμού. Ο Χρήστος Στάϊκουρας, ο νέος υπουργός Οικονομικών, προειδοποίησε και για άλλες «βόμβες».

Ο πρωθυπουργός, ωστόσο, υποσχέθηκε ότι η Ελλάδα θα επιμείνει σε ένα σκληρό δημοσιονομικό στόχο αυτό το έτος και στη συνέχεια θα συμφωνήσει με τους πιστωτές της: για μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Η κυβέρνηση Τσιπρα ξεπέρασε τον στόχο αυτόν τον περασμένο χρόνο, αυξάνοντας τους φόρους και πραγματοποιώντας βαθιές περικοπές στον προϋπολογισμό των δημοσίων επενδύσεων.

Οι πιστωτές εντυπωσιάστηκαν από τη δημοσιονομική αυστηρότητα ου ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ανάπτυξη ήταν υποτονική. Η φετινή πρόβλεψη για το ΑΕΠ είναι περίπου 2% (έναντι 1,8% το 2018), αρκετά κάτω από το 3,5-4% που απαιτείται για να αντισταθμιστεί γρήγορα η ύφεση. Το ελληνικό ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι περίπου 25% χαμηλότερο από το ανώτατο όριό του πριν από την κρίση.

Η νέα κυβέρνηση ελπίζει ότι η πολιτική σταθερότητα (χάρη στην πλειοψηφία της στο κοινοβούλιο) και οι φιλικές προς τις επιχειρήσεις μεταρρυθμίσεις (μείωση της γραφειοκρατίας καθώς και των φόρων) θα προσελκύσουν ξένες επενδύσεις. «Η Ελλάδα θα είναι μια εντελώς νέα χώρα για τις επιχειρήσεις», υποσχέθηκε ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων Αδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος προωθεί την προσπάθεια ιδιωτικοποίησης του Ελληνικού και της έναρξης του μεγάλου έργου για την αξιοποίηση του πρώην αεροδρομίου που έχει μείνει επί σειρά ετών στα χαρτιά.

Ο κ. Σταϊκούρας θα παρουσιάσει το σχέδιο προϋπολογισμού για το 2020 τον Σεπτέμβριο. Παρόλο που η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον σε επίσημο πρόγραμμα διάσωσης, οι λεπτομέρειες σχετικά με τον προϋπολογισμό πρέπει να εγκριθούν από τους πιστωτές σύμφωνα με το καθεστώς επιτήρησης που ισχύει μετά τη διάσωση. Στοχεύει σε δραστική περικοπή δαπανών στα υπουργεία της κυβέρνησης για να αντισταθμίσει την άμεση μείωση των εσόδων από τη μείωση των φόρων. Εάν ο κ. Μητσοτάκης μπορεί να ευχαριστήσει τόσο τους ψηφοφόρους όσο και τους πιστωτές της Ελλάδας, σημαίνει ότι πράττει ορθώς…

Exit mobile version