Του Αντώνη Τάντουλου
Αν και απαιτούνται νομοθετικές ρυθμίσεις, προκειμένου οι Ελληνικές Τράπεζες καταρχήν να μετοχοποιήσουν επιχειρηματικά δάνεια, που αποδεδειγμένα και βάση προφανώς συγκεκριμένων παραμέτρων, βρίσκονται στο «κόκκινο» και εν συνεχεία να πουλήσουν τις μετοχές που θα προκύψουν σε επενδυτικά χαρτοφυλάκια, άνθρωποι του χρηματοπιστωτικού κλάδου παρουσιάζονται σχεδόν βέβαιοι πως η εν λόγω τακτική αποτελεί μονόδρομο.
Και για τις τράπεζες που με τον τρόπο αυτό θα απαλλαγούν από προβληματικά assets τα οποία και εξακολουθούν να πλήττουν τα εποπτικά τους κεφάλαια, αλλά και για τους επιχειρηματικούς ομίλους που ναι μεν θα αλλάξουν βασικό μέτοχο εν μια νυκτί αλλά από την άλλη θα μπορέσουν να επιβιώσουν.
Εντωμεταξύ κοινό μυστικό στην χρηματιστηριακή πιάτσα της Αθήνας αποτελεί το ότι μπορεί ως στιγμής «την νύφη» να φαίνεται πως θα την πληρώσει ο κλάδος των Ιχθυοκαλλιεργειών, ο οποίος επί της «ευκαιρίας» του τεράστιου δανεισμού που συγκεντρώνει (600 εκατ. ευρώ) θα αποτελέσει κατά τα φαινόμενα την πρόβα τζενεράλε του εγχειρήματος, όμως μια σειρά από προβληματικές επιχειρήσεις από όλους του κλάδους του οικονομικού κύκλου είναι υποψήφιες να αποκτήσουν οσονούπω νέο ιδιοκτήτη ή έστω βασικό μέτοχο.
Εκτός λοιπόν από τις Νηρεύς, Σελόντα, Δίας Ιχθ. Ελληνικές Ιχθ. αλλά και τους μικρότερους του κλάδου, η Ακτοπλοΐα ο χώρος των Φαρμάκων, των Κατασκευών και του Real Estate, της Υγείας, των προϊόντων Ξύλου, της Μεταλλουργίας και των Πλαστικών, περιλαμβάνουν εισηγμένους και μη επιχειρηματικούς ομίλους που θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να συνεχίσουν στην επόμενη μέρα χωρίς τέτοιου είδους αναδιάρθρωση του δανεισμού τους.
Με την σημείωση πως σήμερα για παράδειγμα και μόνο όσων αφορά τις εισηγμένες εταιρείες, πάνω από 60 σε αριθμό (εξαιρουμένων των τραπεζών που έχουν συγχωνευτεί και ορισμένων που βρίσκονται σε φάση εξυγίανσης από την πλευρά των βασικών τους μετόχων) βρίσκονται είτε σε καθεστώς επιτήρησης είτε σε αναστολή διαπραγμάτευσης λόγο ακριβώς του υψηλού δανεισμού.
Ειδικότερα και με την επισήμανση πάντα πως αναφερόμαστε σε εκτιμήσεις και όχι σε επίσημες αποφάσεις, υποψήφιες για μετοχοποίηση δάνειων είναι η ΝΕΛ και η ΑΝΕΚ, η Μαΐλλης, η Lavipharm, η ΚΡΕ-ΚΑ, η Euromedica, η Sprider, η Σφακιανάκης, η Σέλμαν, η Pasal, ενώ οι ειδικότεροι επί των ισολογισμών δεν αποκλείεται να υπάρξουν εκπλήξεις υπό την έννοια πως στους υποψηφίους συμπεριλαμβάνονται «μέλη» κραταιών Βιομηχανικών ομίλων της χώρας (θυγατρικές εταιρείες).
Όσων αφορά το πρακτικό μέρος της υπόθεσης αυτό που πρέπει να τονιστεί εξ’ αρχής είναι πως από την στιγμή που μια εταιρεία μπει στην διαδικασία αυτή, το πρώτο που συμβαίνει για τους υφιστάμενους μετόχους είναι η απομείωση της αξίας των μετοχών τους, δηλαδή κατά την διεθνή ορολογία θα υποστούν dilution.
Από κει και πέρα η τράπεζα ή οι τράπεζες, θα δρομολογήσουν την διαδικασία της κεφαλαιοποίησης των δανείων (μέρος ή το σύνολο) μετατρέποντάς τα σε νέες μετοχές (εις βάρος των παλαιών μετόχων) και ταυτόχρονα θα πρέπει να αναζητήσουν επενδυτές πρόθυμους να αγοράσουν τα μετοχικά πακέτα.
Και προφανώς για να μπει σε μια τέτοια πολύπλοκη όσο και επίπονη διαδικασία το τραπεζικό σύστημα θα πρέπει προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει τον αγοραστή ή τους αγοραστές και εδώ βέβαια δεν αποκλείεται να ξεκινήσει και η σχετική σεναριολογία για το ποιοι θα είναι οι νέοι βασικοί μέτοχοι (ανταγωνιστές, ή ομοειδείς πολυεθνικοί όμιλοι με οικονομική επιφάνεια), αλλά αυτό αποτελεί άλλη οπτική διάσταση που κατά πάσα πιθανότητα θα μας απασχολήσει και χρηματιστηριακά.