“Χαίρομαι που η Ελλάδα ξανακέρδισε μια κάποια εμπιστοσύνη, αλλά μένει η πίκρα για το ότι χρειάσθηκε υπερβολικά πολύς χρόνος. Αν η Ευρώπη δρούσε άμεσα και ενωτικά, ίσως θα μπορούσαμε να αποφύγουμε την εξορία από τις αγορές” τονίζει ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου σε συνέντευξή του προς την ιταλική εφημερίδα «Κορριέρε Ντέλλα Σέρα».
“Τώρα χρειάζεται ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης”, αναφέρει ο Γ. Παπανδρέου και υπενθυμίζει ότι “ανέκαθεν υποστήριξε ότι το κύριο πρόβλημα δεν είναι το έλλειμμα αλλά τα διαρθρωτικά προβλήματα, τόσο θεσμικά όσο και οικονομικά. Υπερβολική γραφειοκρατία, διαφθορά, πελατειακές σχέσεις, φοροδιαφυγή και σπατάλες που δεν επιτρέπουν την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων και εμποδίζουν την ανάπτυξη”.
Ο κ. Παπανδρέου επέμεινε για την ορθότητα της πρότασης για διεξαγωγή δημοψηφίσματος, τονίζοντας ότι αν είχε πραγματοποιηθεί “το τοπίο θα είχε ξεκαθαρίσει, οι μεταρρυθμίσεις θα είχαν γίνει με μεγαλύτερη ταχύτητα, ο λαός θα ένιωθε πως συμμετέχει ενεργά στην όλη διαδικασία και θα είχε σταλεί ένα ισχυρό μήνυμα στο εξωτερικό: η Ελλάδα δεν εγκαταλείπει το Ευρώ”.
Σε ερώτημα για την “αλλοίωση των στοιχείων της δημόσιας οικονομίας”, στην οποία αναφέρεται η «Κορριέρε», ο κύριος Παπανδρέου απαντά: «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ παρακολουθούσαν την κατάσταση. Μπορεί και να απέστειλαν προειδοποιητικές επιστολές στον τότε πρωθυπουργό και τους υπουργούς Οικονομικών. Δεν δημοσιοποιήθηκε, όμως, τίποτα. Η κυβέρνησή μου κλήθηκε να αποκαλύψει το μεγάλο ψεύδος, και για να αποδείξει ότι ήταν πρόθυμη να αλλάξει ριζικά την όλη κατάσταση. Εγώ και η κυβέρνησή μου τιμωρηθήκαμε για αμαρτίες που έκαναν άλλοι, αλλά νομίζω ότι άξιζε τον κόπο. Θα προτιμούσα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο- πριν από τις εκλογές του 2009, τις οποίες κερδίσαμε – να έλεγαν με σαφήνεια πως είχε η όλη κατάσταση».
Ο κ. Παπανδρέου προτείνει την θέσπιση ενός “προγράμματος Erasmus για τους ανέργους”, με επενδύσεις ώστε οι Έλληνες, Ισπανοί, Ιταλοί άνεργοι να μπορέσουν να αποκτήσουν νέες γνώσεις και να καταρτισθούν επαγγελματικά, με την δυνατότητα να μετακινηθούν, για τον σκοπό αυτό, μέσα στην Ευρώπη, σε μια νέα χώρα.