Πρέπει να υπάρξει συνεννόηση με το ΣΥΡΙΖΑ για αποφάσεις που δεσμεύουν τη χώρα για μακρύ χρονικό ορίζοντα, όπως το πρόσωπο του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, αναφέρει ο Γιάννης Δραγασάκης σε συνέντευξή του.
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και αντιπρόεδρος της Βουλής, σημειώνει ότι το Σύνταγμα της χώρας προβλέπει τέτοιες συνεννοήσεις για τους επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών.
Ο κ. Δραγασάκης αναφέρει επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται και αυτοδυναμία αλλά και ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες για το σύνολο του προγράμματός του ή για επιμέρους ρήξεις με συμφέροντα και πρακτικές.
Στη συνέντευξη, που δημοσιεύεται στην εφημερίδα “Εποχή” αναφέρεται μεταξύ άλλων:
«Ερώτηση: Την επομένη των εκλογών ο Αλέξης Τσίπρας έθεσε ζητήματα που αφορούν τον διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και τον Ευρωπαίο Επίτροπο. Υπάρχει η βούληση να μπει ο ΣΥΡΙΖΑ σε διαδικασία συνεννόησης για τέτοια θέματα;
Απάντηση: Ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί το 1/3 του εκλογικού σώματος. Αυτή είναι μια δύναμη που μας έδωσε ο λαός και εμείς θα την χρησιμοποιήσουμε προς όφελός του. Πέραν αυτού, υπάρχουν ορισμένες αποφάσεις που θα δεσμεύουν τη χώρα σε μακρύ χρονικό ορίζοντα. Για παράδειγμα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας διορίζεται για έξι χρόνια. Δεν πρέπει η αντιπολίτευση να έχει κάποια γνώμη; Θα λάβει η κυβέρνηση τέτοιου είδους αποφάσεις ερήμην της αντιπολίτευσης; Εμείς θέλουμε να έχουμε και άποψη και λόγο σε αυτού του είδους τις αποφάσεις. Θέλω να ρωτήσω όσους διαμαρτύρονται: για ποιον λόγο το Σύνταγμα της χώρας προβλέπει τέτοιες συνεννοήσεις και πρόνοιες για τους επικεφαλής των ανεξαρτήτων αρχών; Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν είναι ανησυχητικές ακριβώς γιατί δείχνουν μια αυταρχική αντίληψη για τη δημοκρατία.
Ερωτήση: Ουσιαστικά θέτεις ορισμένα ζητήματα που αφορούν τη δυνατότητα του ΣΥΡΙΖΑ να διαμορφώσει δυναμική αυτοδυναμίας, δεδομένου ότι δεν φαίνονται να υπάρχουν και πιθανοί σύμμαχοι.
Απάντηση: Δεν υπάρχει δίλημμα «ή αυτοδυναμία ή συμμαχίες». Τα χρειαζόμαστε και τα δύο. Χρειαζόμαστε αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να αποφύγουμε παγιδεύσεις σε κυβερνήσεις συνεργασίας, οι οποίες ενδεχομένως δεν θα μας επιτρέπουν να εφαρμόσουμε το πρόγραμμά μας. Αλλά, έχοντας κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, θα πρέπει να είμαστε ανοικτοί και να επιδιώκουμε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες για το σύνολο του προγράμματός μας ή για επιμέρους ρήξεις με κατεστημένα συμφέροντα και πρακτικές.»