Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου
Στα τέλη της χρονιάς τοποθετείται χρονικά μια συνολική ρύθμιση- πακέτο που θα καλύψει όλα τα ελληνικά θέματα, όπως η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, η κάλυψη των όποιων αναγκών προκύψουν για τις τράπεζες από τα ευρωπαϊκά stress tests αλλά και πιθανές παρεμβάσεις από την ΕΚΤ με αγορές ομολόγων.
Οσον αφορά στο θέμα του χρέους, δεν αποκλείεται να ενταχθούν προϋποθέσεις (conditionality) και να υλοποιηθεί σε δόσεις ανάλογα με την τήρηση των υποχρεώσεων από την ελληνική πλευρά. Σε κάθε περίπτωση, τα κλειδιά των εξελίξεων κρατούν ο κ. Μάριο Ντράγκι αλλά και το ΔΝΤ. Αυτά συνδέονται με τη λύση που θα δοθεί στο θέμα των τραπεζών, αφού πρώτα ξεκαθαρίσει η εικόνα με την ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών stress tests τον Οκτώβριο. Την ίδια περίοδο, άλλωστε, θα γίνει και η πρώτη αξιολόγηση των νέων ενέσεων ρευστότητας (TLTRO) που θα χορηγήσει η ΕΚΤ στην ευρωπαϊκή αγορά και θα ληφθεί απόφαση για το κατά πόσον η κεντρική τράπεζα θα προχωρήσει και σε νέα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης με αγορές ομολόγων – κάτι που θα διευκόλυνε δραστικά τη δυνατότητα χρηματοδότησης με έκδοση νέων ομολόγων.
Το θέμα των τραπεζών είναι επίσης καθοριστικό και έχει δύο αλληλένδετες παραμέτρους: πρώτον, το κατά πόσον θα χρειαστούν νέα κεφάλαια μετά τα ευρωπαϊκά stress tests και, δεύτερον, εάν και πώς θα επιταχυνθεί η απεξάρτησή τους από το Ελληνικό Δημόσιο που κατέχει σήμερα σημαντικό ποσοστό τους μέσω του ΤΧΣ. Την απεξάρτηση επιθυμεί η ελληνική κυβέρνηση αλλά και το ευρωσύστημα, με στόχο να καταστήσει de facto αδύνατη την πολιτική διαχείρισή τους (π.χ. κρατικοποίηση) στην περίπτωση που υπάρξουν κυβερνητικές αλλαγές. Στο πλαίσιο αυτό οι δυνατότητες που υπάρχουν είναι είτε η μεταφορά των κονδυλίων που διατέθηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση στον ευρωπαϊκό μηχανισμό (ESM), είτε η διάθεση των μετοχών του ΤΧΣ σε ιδιώτες, είτε ένας συνδυασμός και των δύο.
Αλλαγή στάσης
Το ΔΝΤ από την πλευρά του, με την έκθεση αξιολόγησης που έδωσε στη δημοσιότητα την περασμένη εβδομάδα αλλά και με τις δηλώσεις του τοποτηρητή Πολ Τόμσεν, έδειξε μια μικρή αλλαγή στάσης: από τη μια δεν φαίνεται να επιμένει πλέον σε κούρεμα του ελληνικού χρέους και εμφανίζεται έτσι πιο δεκτικό στην ευρωπαϊκή θέση για ήπια μέτρα ελάφρυνσης, ενώ από την άλλη ανεβάζει τον πήχη για τις τράπεζες τονίζοντας ότι πρέπει να μετρηθούν με πιο αυστηρά κριτήρια τα κόκκινα δάνεια και να καλυφθούν εκ των προτέρων οι κεφαλαιακές τους ανάγκες ώστε να απελευθερωθούν ταχύτερα και να χρηματοδοτήσουν την ελληνική οικονομία. Οι επισημάνσεις του ΔΝΤ ήταν ξεκάθαρες, αλλά σε ήπιο τόνο, ενδεχομένως μετά και τη συνάντηση του πρώην υπουργού Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα με την κυρία Κριστίν Λαγκάρντ στο Παρίσι. Σημειώνεται ότι στα τέλη Φεβρουαρίου οι «Financial Times» είχαν δημοσιεύσει πληροφορίες περί υπολογισμών του ΔΝΤ για ανάγκες 20 δισ. ευρώ, οι οποίες τελικά διαψεύστηκαν από τους υπολογισμούς που ανακοίνωσε η Τράπεζα της Ελλάδος. Για το ελληνικό χρέος, το ΔΝΤ επανέλαβε ότι χρειάζονται μέτρα ελάφρυνσης για να καταστεί βιώσιμο, ενώ ο κ. Τόμσεν με δηλώσεις του εμφανίστηκε δεκτικός σε μέτρα όπως η επιμήκυνση και η μείωση των επιτοκίων, αλλά και αντίστοιχα μεταφοράς κεφαλαίων που θα μείωναν τη βάση του χρέους, όπως ανέφερε ο ίδιος σε ενημέρωση που έκανε για την έκθεση αξιολόγησης. Ως παράδειγμα μεταφοράς κεφαλαίων ανέφερε τα κέρδη που επεστράφησαν από τις αγορές ελληνικών ομολόγων στο παρελθόν, χωρίς να διευκρινίσει τι μεταφορές θα μπορούσαν να γίνουν τώρα.
Δύο θέματα που θα μπορούσαν να τεθούν στο τραπέζι, στο πλαίσιο των μεταφορών για τη μείωση του χρέους, είναι αφενός τα ελληνικά ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ, τα οποία είχε αγοράσει σε χαμηλές τιμές από τη δευτερογενή αγορά και εξαιρέθηκαν από το κούρεμα (και συνεχίζουν να εξοφλούνται στο ακέραιο από το Ελληνικό Δημόσιο), και αφετέρου η μεταφορά στον ΕSΜ κονδυλίων που διατέθηκαν από το ΤΧΣ για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών – και βέβαια των αντίστοιχων ποσοστών που κατέχει το ΤΧΣ στις ελληνικές τράπεζες.
Εξαίρεση
Σε περίπτωση μεταφοράς των κονδυλίων στον ESM με τη λεγόμενη «αναδρομική απευθείας ανακεφαλαιοποίηση», τα ποσά θα αφαιρεθούν μεν από το ελληνικό δημόσιο χρέος, αλλά η σχετική οδηγία που προβλέπει τέτοιες παρεμβάσεις (από το 2018) ορίζει ότι πρέπει να προηγηθεί ένα bail-in, ένα κούρεμα δηλαδή των μετόχων, ομολογιούχων και καταθετών (άνω των 100.000 ευρώ) για το 8% των αναγκαίων κεφαλαίων. Αρμόδιες πηγές, πάντως, έλεγαν ότι το κούρεμα καταθέσεων έχει αποκλειστεί διότι η ίδια οδηγία προβλέπει εξαίρεση σε περίπτωση που υπάρχει μεγάλος συστημικός κίνδυνος και είναι ειλημμένη απόφαση το όποιο bail-in να περιοριστεί σε ομολογιούχους και μετόχους. Σε κάθε περίπτωση, καθοριστικός παράγοντας για τις εξελίξεις θα είναι η τα ποσά που θα υπολογίσει ως κεφαλαιακές ανάγκες η ΕΚΤ στα stress tests τον Οκτώβριο.