Του Κωστή Πλάντζου
Την παραοικονομία μετρά και πάλι η ΕΛΣΤΑΤ προκειμένου να αναθεωρήσει προς τα πάνω το ΑΕΠ της χώρας, εξέλιξη που εξωραϊζει σημαντικά την απεικόνιση του ελληνικού δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Η αναθεώρηση απορρέει από την υποχρέωση συμμόρφωσης με τους κανονισμούς της Eurostat, που υπαγορεύουν στα κράτη-μέλη να αναθεωρούν το έτος βάσης των εθνικών τους λογαριασμών τουλάχιστον κάθε πέντε χρόνια. Μειώνει όμως πλασματικά τον λόγο του ελλείμματος αλλά και τους χρέους της χώρας προς το ΑΕΠ, στοιχείο το οποίο θεωρείται καθοριστικό για τον χαρακτηρισμό του χρέους ως «βιώμου».
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ελληνική Στατιστική Αρχή ετοιμάζεται να προσαρμόσει ως τον Σεπέμβριο ή Οκτώβριο το αργότερο, τα στοιχεία του ελληνικού ΑΕΠ με έτος βάσης το 2000. Για το σκοπό αυτό η ΕΛΣΤΑΤ συγκεντρώνει στοιχεία από τις ΔΕΚΟ και άλλους φορείς, καθώς και σχετικές μελέτες που αποτυπώνουν, μεταξύ άλλων, το ύψος της παραοικονομίας, των παράνομων δραστηριοτήτων, της «μαύρης εργασίας» και άλλων μη καταγεγραμμένων δραστηριοτήτων, προκειμένου να αναθεωρήσει το ΑΕΠ.
Ανάλογη απόπειρα είχε γίνει και το 2006, οπότε Αλογοσκούφη, οπότε επιχειρήθηκε να προσμετρηθεί ακόμη και το μέγεθος της πορνείας στο εγχώριο ΑΕΠ. Η αναθεώρηση εκείνη οδηγούσε σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 26%, αλλά τελικά περιορίστηκε με ενέργειες της Eurostat σε μόλις 9,6%.
Εκτός όμως από την αλλαγή μεγέθους στο έλλειμμα και στο χρέος, η αναθεώρηση θα επηρεάσει και το μέγεθος της προσαρμογής που θα απαιτηθεί για τα πρωτογενή πλεονάσματα τα επόμενα χρόνια (μετράται ως ποσοστό του ΑΕΠ αλλά οδηγεί σε απόλυτα νούμερα που πρέπει να εξοικονομηθούν) ενώ αυξάνει ακόμα και την συμμετοχή της χώρας μας στον κοινοτικό προϋπολογισμό (που και το 2006 είχε αυξηθεί για τον ίδιο λόγο).