search icon

Ο παλμός της οικονομίας

Πώς έγινε η αποκρατικοποίηση της Enel – Αναδρομή από το 1998 μέχρι σήμερα

Η Enel ιδρύθηκε από την κυβέρνηση το 1962 και παρέμεινε κρατική μέχρι το 1999, οπότε το κράτος πούλησε σημαντικό ποσοστό της στα χρηματιστήρια του Μιλάνου και της Νέας Υόρκης αποκομίζοντας περίπου 15 δισ. ευρώ.

Η αναφορά της ιταλικής Enel, όταν τίθεται το θέμα της αποκρατικοποίησης της ΔΕΗ και της απελευθέρωσης της ελληνικής αγοράς, δεν είναι κάτι καινούργιο. Επί υπουργίας του κ. Γιώργου Παπακωνσταντίνου είχε αναφερθεί το παράδειγμα της αποκρατικοποίησης της ιταλικής δημόσιας επιχείρησης ηλεκτρισμού, καθώς παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες, όχι ως προς το μέγεθος, αλλά προς τις προοπτικές εξέλιξης και επέκτασης, αυξάνοντας το μερίδιο σε άλλες χώρες, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια.

Η ιταλική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, είναι πλέον από τις απελευθερωμένες στην Ευρώπη, με περίπου 100 εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων ευρωπαϊκών ομάδων, όπως τη γαλλική Électricité de France, GDF Suez, E.ON,  RWE, Atel της Ελβετίας και την Verbund. 

Η Enel ιδρύθηκε από την κυβέρνηση το 1962 και παρέμεινε κρατική μέχρι το 1999, οπότε το κράτος πούλησε σημαντικό ποσοστό της στα χρηματιστήρια του Μιλάνου και της Νέας Υόρκης αποκομίζοντας περίπου 15 δισ. ευρώ.

Το 1998 πριν τη μερική ιδιωτικοποίηση της, η παραγωγή έφθανε τις 180 τεραβατώρες (TW) ενώ λίγα χρόνια αργότερα αυξήθηκε στις 295 τεραβατώρες, με το 75% να προέρχεται από εγκαταστάσεις εκτός Ιταλίας.

Είναι ο μεγαλύτερος πάροχος υπηρεσιών στον τομέα της ενέργειας σε 7 κράτη (Enel-Ιταλία / Endesa-Ισπανία-Περού-Χιλή-Αργεντινή / Slovenske Elektrarne-Σλοβενία / OGK 5-Ρωσία).

Δραστηριοποιείται σήμερα σε 40 χώρες, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη στην Ευρώπη, με εγκατεστημένη ισχύ 98.000 MW και 74.000 εργαζομένους και ένα δίκτυο πελατών άνω των 61 εκατομμυρίων. Ο μέτοχος είναι το ιταλικό υπουργείο Οικονομικών, κατέχοντας το 31,2%. Τώρα, το 70% της  Enel, ανήκει σε περίπου 1,3 εκατ. Ιταλούς επενδυτές, επενδυτικά κεφάλαια, τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες σε όλο τον κόσμο.

Πως, λοιπόν, έγινε το άνοιγμα της ιταλικής αγοράς;

Κάποιες από τις διαφορές που εντοπίζονται είναι ότι μεγάλο ποσοστό πωλήθηκε σε ξένα χρηματιστήρια, ο νόμος για το «σπάσιμο» της πέρασε με διάταγμα και όχι με ψηφοφορία, διότι είχε και εκεί αντιδράσεις, ενώ την υποχρέωνε να πωλήσει άλλες δραστηριότητες και να επικεντρωθεί στο θέμα της Ενέργειας και της σύστασης ΑΠΕ.

Το όλο ζήτημα ξεκίνησε το 1991. Το θέμα του μονοπωλίου της Enel, στη συγκεκριμένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, είχε αυξηθεί και υπήρξαν τότε πολλές συζητήσεις για τις νομικές πτυχές από την πλευρά των αρχών του ελεύθερου ανταγωνισμού, που άρχιζε να προβληματίζει πανευρωπαϊκά.

Έτσι, δημιουργήθηκε ο νόμος 9/1991 που επέτρεπε σε άλλες εταιρείες να ξεκινήσουν δραστηριότητα, ανοίγοντας το δρόμο για μερική απελευθέρωση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Την επόμενη χρονιά με νόμο, ο οποίος πέρασε με διάταγμα (αριθ. 333) στις 11 Ιουλίου 1992 και μετατράπηκε σε νόμο στις 8 Αυγούστου το 1992, η  Enel έγινε ανώνυμη εταιρία, με βασικό μέτοχο το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών.

Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η απελευθέρωση, η Enel αναγκάστηκε με διάταγμα να μεταφέρει τη διαχείριση του ηλεκτρικού δικτύου σε μία νέα εταιρεία την ΤΕΡΝΑ, να δώσει ένα ποσοστό της και να πωλήσει σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας 15.000 MW (μια ικανότητα παρόμοια με εκείνη του συνόλου του Βελγίου) σε άλλες ιδιωτικές εταιρείες καθώς και την πώληση του δικτύου διανομής σε μεγάλες πόλεις (Ρώμη, Μιλάνο, Τορίνο, Βερόνα, Μπρέσια, Τρέντο, Μόντενα, κλπ). 

Ειδικότερα, με το λεγόμενο διάταγμα Bersani το 1999, η κυβέρνηση προχώρησε στη σύσταση –που ανήκε στον όμιλο Enel-μιας νέας εταιρείας με την επωνυμία Terna, στην οποία όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, που σχετίζονται με το δίκτυο υψηλής τάσης μεταφέρθηκαν.

Το διάταγμα του 1999 υποχρέωσε την εταιρεία να απαλλαγεί από 15 GW μονάδων παραγωγής από  τα συνολικά 56 GW που είχε στην κυριότητά της. Για να εναρμονιστεί με τη νομοθεσία, η ENEL πούλησε ορισμένες από τις μονάδες παραγωγής της στις εταιρείες Endesa, Edipower και Electrabel. Παράλληλα, διαχωρίστηκαν οι δραστηριότητες της εταιρείας σχετικά με την παραγωγή, μεταφορά, διανομή και πώληση της ηλεκτρικής ενέργειας.

Η Enel παρέμεινε ο βασικός μέτοχος της ΤΕΡΝΑ μέχρι το 2004, ενώ τη διαχείρισή του, ώστε να εξασφαλίζεται η ουδετερότητα, ανατέθηκε σε μια νεοσυσταθείσα δημόσια υπηρεσία: GRTN (Gestore della Rete di Trasmissione Nazionale – Εθνικός διαχειριστής δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας). Στη συνέχεια, η Τέρνα ήταν εισηγμένη στο Χρηματιστήριο και το 30% των μετοχών της έχουν εκχωρηθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Cassa Depositi e Prestiti).

Το 2001, η εταιρεία τηλεπικοινωνιών Infostrada αγοράστηκε για 12 δισ. ευρώ από τη γερμανική εταιρεία Mannesmann, και στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με τη Wind, μια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας που ήταν υπό τον έλεγχο της  Enel.

Τον Μάιο του 2005, η Enel πώλησε το 70% της Wind στο Ναγκίμπ Σαουίρις, πρόεδρο της Orascom Telecom Holding, μέσα από ένα εταιρικό όχημα το Weather Investments.

Τον Δεκέμβριο του 2006 η Enel ολοκλήρωσε την έξοδό της από τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών με την πώληση ενός επιπλέον 26,1%.

Μεταξύ του 2002 και του 2004, κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης που προβλεπόταν στο διάταγμα Bersani, όπου έπρεπε να πωλήσει τα συμφέροντα της σε διαχείριση υδάτων και περιουσιακών στοιχείων, που επέτρεπε στην  Enel να εφαρμόσει μια νέα στρατηγική που επικεντρώνεται στην ενέργεια. Επίσης, έχει δεσμευτεί να ακολουθήσει ένα πλάνο διαφοροποίησης των πηγών ενέργειας για τη μείωση της εξάρτησης από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο και, κατά συνέπεια, να μειώσει την τιμή της ενέργειας στην Ιταλία.

Στις 30 Ιουλίου 2008, η Enel εγκαινίασε ένα νέο εργοστάσιο καθαρού άνθρακα, ένα έργο το οποίο ξεκίνησε στα τέλη του 2003. Το νέο εργοστάσιο έχει συνολική χωρητικότητα των 1.980 MW, αποτελείται από τρεις μονάδες και είναι σε θέση να ικανοποιήσει το 50% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας για την περιοχή του Λάτσιο. Με βελτιωμένη τεχνολογία, η μονάδα μειώνει τις συνολικές εκπομπές κατά 88% και τις εκπομπές CO

Μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το νόμο, ολοκληρώνει στη συνέχεια και την πώλησης της ΤΕΡΝΑ (η εταιρεία που διαχειρίζεται το εθνικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας) και αρχίζει να ασχολείται με τη διεθνοποίηση των δραστηριοτήτων της και ολοκληρώνει μια σειρά από πολύ σημαντικές εξαγορές, συμπεριλαμβανομένων Slovenské Elektrárne (SE), η πιο σημαντική εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας στη Σλοβακία και στη συνέχεια την ισπανική εταιρεία ηλεκτρισμού Endesa.

Στα τέλη του 2006, ο Όμιλος παρουσίασε ένα σχέδιο υπέρ του περιβάλλοντος, με τη συμμετοχή των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την έρευνα και την εφαρμογή των βέλτιστων τεχνολογιών για τη μείωση των εκπομπών.

Στο τέλος του 2008, με αρχές του 2009, η Enel άρχισε να πουλά περιουσιακά στοιχεία για να μειώσει τα χρέη της, τα οποία είχαν αυξηθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων μηνών, λόγω της εξαγοράς του 92% του κεφαλαίου της Endesa.  Τα περιουσιακά στοιχεία που πωλούνται συμπεριλαμβάνεται και η Enel Linee Alta Tensione (υψηλής τάσης του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας).

Από το 2009 και μετά τα κέρδη της αυξάνονται, όπως και οι καταναλωτές.

Ελένη Στεργίου

Exit mobile version