Της Στεφανίας Σούκη
Έστω κι αν οι ρυθμοί μείωσης της απασχόλησης στη χώρα μας δείχνει να επιβραδύνεται μέσα στο 2014, εντούτοις στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2014 για κάθε 5 εργαζομένους αντιστοιχούν σχεδόν δύο άνεργοι! Η ύπαρξη ανέργων ακόμα και με υψηλότατο επίπεδο εκπαίδευσης και η παράταση της ύφεσης, φαίνεται ότι έχουν μετατρέψει την ανεργία σε “πάγιο” χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας.
Αυτό επισημαίνει μεταξύ άλλων, η ICAP, στην τελευταία της μελέτη , όπου επιχειρεί να ‘’ακτινογραφήσει’’ την αγορά εργασίας στη χώρα μας. Σύμφωνα με τη μελέτη, για την τριετία 2011-2014 (Α’ Τρίμηνο) η συνολική μείωση των θέσεων εργασίας διαμορφώθηκε σε 681,8 χιλ.. Το γεγονός αυτό αποτελεί το σημαντικότερο ίσως αντίκτυπο της βαθειάς οικονομικής ύφεσης που έπληξε τη χώρα. Οι μειώσεις στην απασχόληση έχουν προέλθει σε πολλές περιπτώσεις και από την παύση λειτουργίας των επιχειρήσεων (οι οποίες δεν επιβίωσαν λόγω της οικονομικής ύφεσης) και όχι μόνον από τον περιορισμό του αριθμού των απασχολουμένων.
Τα θετικά μηνύματα
Ωστόσο, έπειτα από τη δραματική μείωση της απασχόλησης τα δύο προηγούμενα έτη (-8,9% το 2012 και -7,6% το 2011), το 2013 παρατηρήθηκε αξιόλογη επιβράδυνση του ρυθμού μείωσής της. Στη σταδιακή σταθεροποίηση της απασχόλησης εκτιμάται ότι συνέβαλε ο σημαντικός περιορισμός του κόστους εργασίας για τις επιχειρήσεις (π.χ. μείωση του κατώτατου μισθού), καθώς και η αναδιάρθρωση της απασχόλησης προς τις πιο ευέλικτες μορφές της. Ενδεικτικό της εικόνας αλλαγής που καταγράφεται στην αγορά εργασίας κατά το τελευταίο έτος, είναι το γεγονός ότι το α’ τρίμηνο του 2014, 11 από τους συνολικά 21 ευρύτερους κλάδους της εγχώριας οικονομίας παρουσίασαν αύξηση απασχόλησης, έναντι μόλις δύο κλάδων την αντίστοιχη περίοδο 2013/12. Παρά ταύτα, ο λόγος «άνεργοι/ απασχολούμενοι» εξακολουθεί να διαμορφώνεται σήμερα σε υψηλά επίπεδα (38,5% το Α’ Τρίμηνο 2014).
Το εργατικό δυναμικό
Σχετικά με τη σύνθεση, το εργατικό δυναμικό των 4,826 εκατομμυρίων Ελλήνων αντιστοιχεί στο 52% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας (άτομα ηλικίας > 15 ετών), ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων, ο οποίος διαμορφώθηκε σε 3,483 εκατομμύρια (Α΄ Τρίμηνο 2014) αντιστοιχεί στο 38% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας.
Από την άλλη πλευρά, κατά το α’ τρίμηνο του 2014, 4,469 εκατομμύρια (το 48% του παραγωγικού πληθυσμού) δεν ήταν ενταγμένα στην αγορά εργασίας, ήταν δηλαδή οικονομικά μη ενεργοί.
Αναλύοντας τα τριμηνιαία στοιχεία που δημοσιεύει η ΕΛ.ΣΤΑΤ., παρατηρείται ότι η αύξηση της ανεργίας από τις αρχές του 2009 έως τα μέσα του 2010 δεν προήλθε μόνο από τη μείωση της απασχόλησης, αλλά και από την αύξηση του εργατικού δυναμικού.
Αντίθετα, από το 2011 καταγράφεται συνεχής μείωση του εργατικού δυναμικού, το οποίο μέχρι και το α’ τρίμηνο του 2014 κυμάνθηκε σε χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με τη διετία 2009-2010.
Εξετάζοντας τις μεταβολές στον αριθμό των απασχολουμένων φαίνεται ότι, ενώ αρχικά η μείωση αφορούσε κυρίως τους άνδρες απασχολούμενους, στη συνέχεια η κρίση έπληξε και τη γυναικεία απασχόληση με διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό. Λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβολές στην απασχόληση κάθε τριμήνου σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στη συνολική απώλεια της απασχόλησης αυξήθηκε σταδιακά την τελευταία τριετία και κάλυψε περίπου το 50% του συνόλου, το δ’ τρίμηνο του 2013. Αντίθετα, το α’ τρίμηνο του 2014 η συνολική απώλεια των θέσεων απασχόλησης προήλθε αποκλειστικά από τους άνδρες. Σε γενικές γραμμές, η μείωση αφορά σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ωστόσο μεγαλύτερες μειώσεις (σε απόλυτα μεγέθη) καταγράφονται το τελευταίο χρόνο στις ηλικιακές ομάδες 30-44 και 25-29.
Η αρνητική οικονομική συγκυρία αν και αρχικώς έπληξε κυρίως τους μισθωτούς απασχολουμένους, καθώς εντείνονταν η κρίση στην Ελλάδα επηρέασε και όλες τις κατηγορίες των αυτοαπασχολουμένων, ακόμα και την κατηγορία των αυτοαπασχολούμενων χωρίς προσωπικό (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με δελτίο παροχής υπηρεσιών).
Ένα στοιχείο που χαρακτήριζε την αγορά εργασίας στις αρχές της οικονομικής κρίσης ήταν η συνεχής αύξηση του ποσοστού των προσωρινά απασχολουμένων. Συγκεκριμένα, το ποσοστό της προσωρινής εργασίας (ως προς το σύνολο των μισθωτών) ανέρχονταν (το δ΄ τρίμηνο του 2010) σε 12,3%, ενώ τρία έτη πριν ήταν 10,7%. Ωστόσο, στη συνέχεια το ποσοστό των προσωρινά απασχολουμένων περιορίστηκε, με αποτέλεσμα να κυμανθεί σε επίπεδα κάτω του 10% τη διετία 2012-2013 (9,9% το δ’ τρίμηνο του 2013). Η αύξηση του ποσοστού της προσωρινής απασχόλησης τα προηγούμενα έτη ουσιαστικά επήλθε ως πρώτη αντίδραση αρκετών επιχειρήσεων στην κρίση, με την υποκατάσταση των μόνιμων εργαζομένων με προσωρινά απασχολούμενους. Εντούτοις, στη συνέχεια, η ένταση της οικονομικής ύφεσης πιθανολογείται ότι οδήγησε αρκετές επιχειρήσεις στη μείωση ακόμη και των προσωρινά απασχολουμένων.
Προσωρινή εργασία και μορφωτικό επίπεδο
Όπως διαπιστώνεται από τα στοιχεία της έρευνας, η προσωρινή εργασία παρουσιάζει έντονη εποχικότητα. Συγκεκριμένα, παρατηρείται αύξησή της το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κάθε έτους, η οποία οφείλεται κυρίως στην αύξηση της τουριστικής κίνησης το συγκεκριμένο διάστημα.
Επιπλέον, εξετάζοντας τις μεταβολές της απασχόλησης ανά μορφωτικό επίπεδο, διαπιστώνεται ότι η κρίση έπληξε τους απασχολούμενους κάθε μορφωτικού επιπέδου, με εξαίρεση αυτούς με διδακτορικό ή μεταπτυχιακό, οι οποίοι επηρεάστηκαν σε μικρότερο βαθμό. Ειδικότερα, κατά κύριο λόγο μειώνονται οι απασχολούμενοι με απολυτήριο δημοτικού και αυτοί με απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης.
Τέλος, αναφορικά με τη μείωση της απασχόλησης σε κλαδικό επίπεδο, σύμφωνα με τα στοιχεία του α΄ τριμήνου του 2014 αυτή προήλθε κυρίως από τους κλάδους των κατασκευών (-21,4 χιλ. άτομα σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2013), της μεταποίησης (-14 χιλ. άτομα) και του χονδρικού-λιανικού εμπορίου (-13,8 χιλ. άτομα). Αντίθετα, η υψηλότερη αύξηση απασχόλησης παρουσιάστηκε στους κλάδους της εκπαίδευσης (+20,9 χιλ. άτομα) και των διοικητικών και υποστηρικτικών δραστηριοτήτων (+14,4 χιλ. άτομα).
Δείτε δίπλα συνημμένα όλη την έρευνα