Toυ Δημήτρη Μαρκόπουλου
Την έντονη ανησυχία των Ελλήνων αγροτών και των εξαγωγέων προκαλεί η απόφαση του κ. Βλαντιμίρ Πούτιν για την επιβολή εμπάργκο στα αγροτικά προϊόντα της Ε.Ε., ως αντίποινα στις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία για την ουκρανική κρίση.
Παρά την άρση του εμπάργκο την Παρασκευή το πρωί για μερικά αγροτικά είδη και το ελαιόλαδο, το πρόβλημα είναι έντονο για τα ελληνικά ροδάκινα και συνολικά τα οπωροκηπευτικά είδη. Στο διάταγμα που υπέγραψε ο Πούτιν επισημαίνεται πως η διάρκεια της απαγόρευσης των εισαγωγών ενδέχεται να τροποποιηθεί «εάν είναι αναγκαίο», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Μόσχα ενδέχεται να αναθεωρήσει την απόφασή της σε περίπτωση που η Δύση μεταβάλει τη στάση της.
Θα πρέπει να σημειώσουμε πως η νέα αυτή κατάσταση που διαμορφώνεται κατέλαβε εν μέρει εξ απήνης την ελληνική κυβέρνηση. Δεν είναι τυχαίο πως ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Γιώργος Καρασμάνης ακόμα και μέχρι την περασμένη Τρίτη το βράδυ διαβεβαίωνε πως δεν υπάρχει περίπτωση να προκύψει πρόβλημα και μόλις την επόμενη μέρα συνειδητοποίησε το μέγεθός του μετά την ενημέρωση του υπουργείου Εξωτερικών και του Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. Κάπως έτσι και στο… και πέντε συγκλήθηκε έκτακτη σύσκεψη στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης με θέμα την αντιμετώπιση του εμπάργκο στις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων. Βέβαια η στάση αυτή του υπουργού προκαλεί ερωτηματικά, καθώς ήδη η προώθηση των ελληνικών ροδακίνων δημιουργούσε μεγάλα ζητήματα εδώ και περίπου έναν μήνα. Ηταν άλλωστε γνωστό πως οι ρωσικές αρχές και πάλι πρόβαλλαν προσκόμματα και με τρόπο αδικαιολόγητο φρέναραν τις εισαγωγές μας. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως οι απώλειες από αυτό το εμπάργκο μετριούνται για τη χώρα μας σε περίπου 178 εκατ. ευρώ, ενώ ήδη ροδάκινα και νεκταρίνια που είχαν φορτωθεί για τη Ρωσία επέστρεψαν πίσω στην Ημαθία.
Ηδη, πάντως, το πιο ενημερωμένο υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας σε σύσκεψη με τη Συντονιστική Επιτροπή Εξωστρέφειας που είχε προηγηθεί υπό τον αρμόδιο για την εξωστρέφεια υφυπουργό Νότη Μηταράκη είχε εκτιμήσει το πρόβλημα, ενώ είχαν παρατεθεί και μετρήσεις κατά τις οποίες φαίνεται ότι η ρωσική αγορά απορροφά το 1,5% των ελληνικών εξαγωγών, ενώ η αξία των εισαγωγών είναι 16 φορές υψηλότερη από εκείνη των εξαγωγών.
Με το εμπορικό ισοζύγιο να είναι στα -5,5 δισ. ευρώ υπέρ της Ρωσίας για το 2012 και αντίστοιχα τις ελληνικές εξαγωγές να είναι μόλις στα 467 εκατ. ευρώ, φαίνεται πως η νέα κρίση που προκύπτει έχει κόστος στη χώρα μας αλλά προς το παρόν σε λογικά πλαίσια. Οι Ρώσοι εξάγουν στην Ελλάδα πετρέλαιο και φυσικό αέριο αξίας 4,5 δισ. τον χρόνο κι εμείς από την πλευρά μας «ανταποδίδουμε» με γούνες αξίας 108 εκατ. ευρώ (κυρίαρχα από τη βορειοδυτική Ελλάδα), ακτινίδια και ροδάκινα (27 εκατ. ευρώ το καθένα), 43 εκατ. κονσερβοποιημένα φρούτα, 19 εκατ. φρέσκο ψάρι, 15 εκατ. ευρώ καπνό και 9 εκατ. ευρώ ελαιόλαδο. Το πρόβλημα από τη διακοπή των εμπορικών σχέσεων, όμως, δεν αφορά τόσο τη ρωσική πλευρά. Κι αυτό διότι πολλές περιοχές, όπως η Καστοριά ή η Ημαθία, έχουν εξάρτηση από τη Ρωσία, ενώ τα τελευταία χρόνια πληθαίνει και ο όγκος του διμερούς εμπορίου στα οπωροκηπευτικά. Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Οικονομοτεχνική Παντελής Σκαρλάτος και ένας από τους πλέον εξειδικευμένους στην αγορά της Ρωσίας, καθώς προωθεί ελληνικά προϊόντα εκεί αναφέρει στο «business stories»: «Η σημασία της ρωσικής αγοράς χρόνο με τον χρόνο δυναμώνει για την Ελλάδα κι αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να προσέξουμε». Ηδη ο Θεσσαλονικιός επιχειρηματίας έχει στήσει σημαντικό δίκτυο εξαγωγών με μεγάλες ομάδες παραγωγών και συνεταιρισμών στη Μόσχα και άλλα μεγάλα αστικά κέντρα και για τον λόγο αυτό ανησυχεί, καθώς μεγάλες παρτίδες προϊόντων έχουν φύγει προς τη Ρωσία. «Η Ρωσία ήταν η πιο εξελίξιμη αγορά για τους Ελληνες παραγωγούς και είναι πραγματικά κρίμα να ανασχεθεί αυτή η θετική πορεία», αναφέρει ο κ. Σκαρλάτος.
Το οξύμωρο, πάντως, είναι πως προσωπικά ο πρέσβης της Μόσχας στην Αθήνα Αντρέι Μασλόφ καθησύχαζε το υπουργείο Εξωτερικών λίγες ημέρες πριν από τις απαγορεύσεις που τελικά επιβλήθηκαν πως «δεν θα διαταραχθεί η απρόσκοπτη πρόσβαση των ελληνικών γεωργικών προϊόντων στη ρωσική αγορά».
Αυτή η διγλωσσία είναι που έχει εκνευρίσει τον Ελληνα υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Βενιζέλο – και μάλιστα για έναν πρόσθετο λόγο: ο κ. Βενιζέλος ως προεδρεύων της Ε.Ε. για ένα εξάμηνο δεν μπήκε σε καμία περίπτωση μπροστά στο παιχνίδι κυρώσεων που είχε ξεκινήσει να ξετυλίγεται κατόπιν πιέσεων κυρίως των Πολωνών για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Μάλιστα το ενδιαφέρον του υπουργού Εξωτερικών εστιαζόταν στην όσο το δυνατόν μικρότερη έκθεση της χώρας μας στο πρόβλημα παρά τα πυρά που δεχόταν από τους εταίρους μας, αλλά και εντός Ελλάδος για το ότι δεν υιοθέτησε πιο αυστηρή στάση κατά τις επίμαχες ημέρες του Μαΐου.
Η λογική της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ήταν πως δεν πρέπει να υπάρξει παρέμβαση από τη χώρα μας κι ας προήδρευε της Ε.Ε. στο συγκεκριμένο εξάμηνο λόγω της μεγάλης σύνδεσης της αγοράς μας με τη ρωσική αλλά και του κύματος Ρώσων τουριστών προς την Ελλάδα. Φαίνεται όμως πως η βραχυκυκλωμένη ρωσική γραφειοκρατία δεν εκτίμησε με αυτόν τον τρόπο τις ενέργειες της χώρας μας και τώρα προχωρά σε ένα τυφλό και αδικαιολόγητο χτύπημα.
Σκοτσέζικο ντους των Ρώσων προς την Ελλάδα
Θα πρέπει να τονίσουμε πως δεν είναι η πρώτη φορά που τίθενται περιορισμοί στις εισαγωγές ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό. Και στα μέσα του 2013 είχαν υπάρξει περιορισμοί στις εισαγωγές προς τη ρωσική αγορά ελληνικών νωπών ψαριών ιχθυοτροφείου, κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Επρόκειτο για μια απόφαση που διήρκεσε περί τους 7 μήνες δημιουργώντας ζημίες στις επιχειρήσεις της χώρας μας και προκλήθηκε από απόφαση της υγειονομικής υπηρεσίας της Ρωσίας Rosselkhoznadzor, όταν η τελευταία διαπίστωσε σε ελέγχους που πραγματοποίησε ότι υπήρχαν τόσο προβλήματα στη διαδικασία παραγωγής τους όσο και παραβάσεις των κανόνων κτηνιατρικής. Η απαγόρευση που είχε επιβληθεί αφορούσε συνολικά δώδεκα επιχειρήσεις -εκ των οποίων οι επτά δραστηριοποιούνται στον γαλακτοκομικό τομέα και οι άλλες πέντε στον κλάδο των ιχθυηρών- οι οποίες υπέστησαν τις σχετικές επιθεωρήσεις και εξασφάλισαν το πράσινο φως των ρωσικών αρχών αναφορικά με τους όρους που τίθενται. Σημειώνεται πως το καθεστώς που ισχύει για τις εξαγωγές στη Ρωσία προβλέπει επιτόπιο έλεγχο των ελληνικών μονάδων από Ρώσους ειδικούς ώστε να πιστοποιηθούν τα προϊόντα σύμφωνα με τα ρωσικά πρότυπα. Κατά συνέπεια, μόνο με μια τέτοια σφραγίδα από τους Ρώσους ελεγκτές εξασφαλίζει ο κάθε εισαγωγέας την άδεια διανομής ελληνικών προϊόντων στη ρωσική επικράτεια.