Την ανάπτυξη μίας ευρωπαϊκής αγοράς για τιτλοποιήσεις εταιρικών δανείων προκειμένου να έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση οι εταιρείες προτείνει ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας.
“Μία τέτοια αγορά που θα χαρακτηρίζεται πό ποιότητα, επαρκές βάθος, διαφάνεια και αξιοπιστία, θα μπορούσε να οδηγήσει σε καλύτερο επιμερισμό των κινδύνων και να ενισχύσει τη δανειοδοτική ικανότητα των τραπεζών προς τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρομεσαίες”, σημείωσε ο κ. Στουρνάρας σε ομιλία του σε εκδήλωση στη Σλοβενία με θέμα: «Μέτρα για την αναζωογόνηση των αγορών πιστώσεων».
Την εκδήλωση διοργάνωσαν το ΔΝΤ και η Τράπεζα της Σλοβενίας.
Όπως σημείωσε ο κ. Στουρνάρας “η λύση αυτή ίσως υπηρετήσει καλύτερα το στόχο αυτή τη φορά από ό,τι παλαιότερα, γιατί μπορεί να λάβει υπόψη τα διδάγματα από την ανεπαρκή ρύθμιση ορισμένων μοντέλων τιτλοποίησης στο παρελθόν.
Το Πρόγραμμα Αγοράς Προϊόντων Τιτλοποίησης και το Πρόγραμμα Αγοράς Καλυμμένων Ομολογιών της ΕΚΤ θα δώσουν την πρώτη ώθηση, ιδίως στην ευρωπαϊκή αγορά προϊόντων τιτλοποίησης, η οποία παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδρανής από το 2008.
Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, αν θέλουμε να κινηθούμε περισσότερο προς την ανάπτυξη μιας αγοράς για τιτλοποιήσεις επιχειρηματικών δανείων, απαιτείται συντονισμένη προσπάθεια προς διάφορες κατευθύνσεις. Μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων για την αναζωογόνηση των αγορώνπιστώσεων είναι οι εξής:
Πρώτον, περαιτέρω μέτρα με σκοπό την αναζωογόνηση της αγοράς για τιτλοποιήσεις τραπεζικών δανείων, ιδίως προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι τιτλοποιήσεις είναι σημαντικό εργαλείο για την προώθηση των τραπεζικών πιστώσεων. Η δυνατότητα των τραπεζών να τιτλοποιούν και να αναδιανέμουν δάνεια μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε μια ευρύτερη επενδυτική βάση μπορεί να μειώσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους και να τους επιτρέψει να χορηγήσουν περισσότερα δάνεια προς την πραγματική οικονομία. Κάτι τέτοιο δεν θα είναι εύκολο δεδομένου ότι η τιτλοποίηση έχει στιγματιστεί μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όταν το μοντέλο της “δημιουργίας και διανομής” (“originate and distribute”) επέφερε υπερβολική μόχλευση και ευπάθεια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Φυσικά, τα διδάγματα του παρελθόντος έχουν αξιοποιηθεί και το ρυθμιστικό πλαίσιο έχει προσαρμοστεί προκειμένου να περιοριστεί η πιθανότητα να επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος. Προκειμένου η τιτλοποίηση να λειτουργήσει χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι θα τιτλοποιούνται μόνο στοιχεία ενεργητικού υψηλής ποιότητας που είναι απλά και διαφανή. Εν προκειμένω, είναι σημαντικό να θεσπιστούν κανόνες που θα καταστήσουν δυνατό τον ορισμό ενός συνόλου “τιτλοποιήσεων υψηλής ποιότητας” σε επίπεδο ΕΕ.
Δεύτερο, αλλαγές στην εποπτική αντιμετώπιση των τιτλοποιήσεων. Είναι σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, να προσαρμοστεί το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις τιτλοποιήσεις κατά τρόπο ώστε να δοθούν κίνητρα στις τράπεζες να δραστηριοποιηθούν στην αγορά. Ένας τρόπος θα μπορούσε να είναι η μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αφορούν τις τοποθετήσεις τους σε προϊόντα τιτλοποιήσεων που είναι απλά, χαρακτηρίζονται από διαφάνεια και υψηλή ποιότητα. Η δεύτερη πτυχή του ρυθμιστικού πλαισίου αφορά τους δυνητικούς επενδυτές όπως τις ασφαλιστικές εταιρίες, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, κ.λπ. Το ρυθμιστικό πλαίσιο θα πρέπει να επιτρέπει τη δίκαιη αντιμετώπιση των προϊόντων τιτλοποίησης υψηλής ποιότητας σε σύγκριση με τα προϊόντα τιτλοποίησης με υψηλότερο βαθμό κινδύνου, προκειμένου να δοθούν κίνητρα στους θεσμικούς επενδυτές που ακολουθούν πιο μακροπρόθεσμη στρατηγική να συμμετέχουν στην αγορά.
Τρίτον, πολιτικές για τη βελτίωση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις αγορές κεφαλαίων. Όπως είναι γνωστό, οι αγορές εταιρικών ομολόγων λειτουργούν καλά για τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά δεν είναι ελκυστικές για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες εξακολουθούν να είναι έντονα εξαρτημένες από τις τραπεζικές χορηγήσεις για τη χρηματοδότησή τους. Θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες προκειμένου να αντιστραφεί η τάση αυτή και να βελτιωθεί η πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις αγορές κεφαλαίων. Η ανάπτυξη αγορών ομολόγων για μικρομεσαίες επιχειρήσεις (minibond markets) στην Ιταλία και τη Γερμανία θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρότυπα βέλτιστων πρακτικών με σκοπό τη δημιουργία αγορών ομολόγων για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και σε άλλες χώρες. Η ανάπτυξη αγορών μετοχών και κεφαλαίων για μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα μπορούσε επίσης να προσελκύσει περισσότερες διασυνοριακές επενδύσεις τόσο εντός της ΕΕ όσο και από ξένους επενδυτές.
Τέταρτον, μέτρα για την ανάπτυξη εναλλακτικών φορέων χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης για νεοσύστατες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειες με σκοπό τη δημιουργία μιας αγοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων υψηλού κινδύνου (risk capital market) για τις μη εισηγμένες επιχειρήσεις όπως μια αγορά για τις εταιρίες επιχειρηματικού κεφαλαίου (venture capital funds) και για τη χρηματοδότηση των υποδομών. Η Δεύτερη Οδηγία για τις Αγορές Χρηματοπιστωτικών Μέσων (MiFID II) αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς τη βελτίωση της λειτουργίας των συστημάτων διαπραγμάτευσης και προλειαίνει το έδαφος για τη δημιουργία αγορών κεφαλαίου για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να γίνουν και άλλα βήματα, ιδίως με σκοπό τον περιορισμό των διαφορών μεταξύ των χωρών της ΕΕ όσον αφορά την φορολογική αντιμετώπιση των προϊόντων αυτών σε επίπεδο εκδότη και επενδυτή.
Πέμπτον, μέτρα για τη βελτίωση της πρόσβασης των επενδυτών σε πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες, τις πιστώσεις και τη χρηματοοικονομική κατάσταση μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Είναι γνωστό ότι ως επί το πλείστον οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν αξιολογούνται από τους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Η έλλειψη επαρκών και άμεσα διαθέσιμων πληροφοριών για την πιστοληπτική ικανότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αποτελεί διαρθρωτικό πρόβλημα για την ΕΕ στο σύνολό της και ειδικότερα για τις χώρες της κεντρικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης. Πρόκειται για έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην ΕΕ αντιμετωπίζουν διαχρονικά σημαντικές δυσκολίες ως προς την πρόσβασή τους στη χρηματοδότηση από τις αγορές κεφαλαίων.
Συνεπώς, χρειάζεται μια εναρμονισμένη προσέγγιση της συγκρισιμότητας των στοιχείων πιστοληπτικής διαβάθμισης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε επίπεδο ΕΕ. Η βελτίωση της διαθεσιμότητας των χρηματοοικονομικών πληροφοριών είναι κεφαλαιώδους σημασίας προκειμένου οι επενδυτές να είναι σε θέση να εκτιμήσουν την επικινδυνότητα των προϊόντων τιτλοποίησης. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι σημαντική η δημιουργία εθνικών αρχείων πιστοληπτικής συμπεριφοράς μικρομεσαίων επιχειρήσεων, προκειμένου να υπάρξει μεγαλύτερη διαφάνεια, τυποποίηση και συγκρισιμότητα των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων”.
Ωστόσο κ. Στουρνάρα εκφράζει και μία επιφύλαξη: “Τα περισσότερα από τα μέτρα που ανέφερα παραπάνω μάλλον θα έχουν αποτελέσματα μόνο σε μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο ορίζοντα όσον αφορά την αναζωογόνηση των αγορών πιστώσεων στην ΕΕ, γιατί ως επί το πλείστον επιφέρουν ριζικές αλλαγές στη δομή του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Υπό κανονικές συνθήκες, η δομή αυτή αλλάζει μόνο σταδιακά με την πάροδο του χρόνου. Βραχυπρόθεσμα, η νομισματική πολιτική θα εξακολουθήσει να παίζει το σημαντικότερο ρόλο στη διαμόρφωση της παροχής ρευστότητας προς τις τράπεζες και του κόστους χρηματοδότησης προς τον ιδιωτικό τομέα. Τα μη συμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής και η πρόοδος προς την τραπεζική ένωση είναι, συνεπώς, υψίστης σημασίας προκειμένου να περιοριστεί ο κατακερματισμός των αγορών και να επιτραπεί η ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στις πιο ευάλωτες περιοχές της Νομισματικής Ένωσης”.