Αναγκαίες χαρακτηρίζει ο πρώην υπουργός Οικονομικών Φ. Σαχινίδης τις παρεμβάσεις που έγιναν στο ασφαλιστικό μετά το 2009, τονίζοντας μάλιστα ότι θα έπρεπε να έχουν γίνει ήδη από το 2001 και παραδέχεται ότι ευθύνες για την κατάσταση έχει και το ΠΑΣΟΚ, το οποίο «κλώτσησε την μπάλα στην κερκίδα».
Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ μιλώντας στη Βουλή ανέφερε χαρακτηριστικά: «Όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ, η στήριξη του προϋπολογισμού στο ασφαλιστικό σε ετήσια βάση ήταν της τάξης των 3,4 δις περίπου. Το 2009 είχε φτάσει στα 14,3 δισ.
Αν είχαμε σταθεροποιήσει τη συνεισφορά του προϋπολογισμού στο επίπεδο του 2001, η χώρα θα είχε τουλάχιστον 75 δισ. λιγότερο χρέος από αυτό που είχε το 2009.
Με λίγα λόγια, 1 στα 4 ευρώ περίπου που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός, ότι τη δεκαετία του 2000 και νωρίτερα κανείς δεν προνόησε να ανακόψει αυτή την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ταμείων από τον προϋπολογισμό.
Γιατί οι προηγούμενες γενιές και τα κόμματα – και αναφέρομαι και στο δικό μου κόμμα που κλώτσησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 την μπάλα στην κερκίδα – έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους, λέγοντας τους ότι δεν θα κάνουμε καμία παρέμβαση».
Απευθυνόμενος στο ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Σαχινίδης είπε ότι «με βάση τα δεδομένα που βρήκαμε τον Οκτώβριο του 2009, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν 1,5 δις μηνιαίως ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις.
Αυτό σημαίνει, ότι χρειαζόταν 18 δις το χρόνο.
Όλες οι μελέτες που είχαν συνταθεί μέχρι τότε έδειχναν, ότι αν δεν γινόταν παρέμβαση τότε, σε μια δεκαετία οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Αντίθετα, λόγω της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά εισροών – εκροών στο σύστημα θα οδηγούσε σε τρομακτικές συνθήκες.
Θέλω, λοιπόν, να θέσω ένα ερώτημα στους συναδέλφους του ΣΥΡΙΖΑ.
Όταν μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά, και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης, πόσο «προοδευτική», πόσο «αριστερή» μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;
Δεν θέτω το ερώτημα σε όρους ηθικής, αν δηλαδή είναι υπεύθυνη η στάση μιας γενεάς απέναντι στις επόμενες γενεές.
Ρωτώ, αν είναι “αριστερή” προσέγγιση να παίρνουν οι σημερινές γενιές συνταξιούχων χρήματα από τον κοινό ασφαλιστικό κουμπαρά που έχουν με τα παιδιά τους;»