Στην αναστολή νέου πακέτου κυρώσεων κατά της Ρωσίας προχώρησε ο Ντόναλντ Τραμπ, επικαλούμενος το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ και επιδιώκοντας να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές της ενέργειας ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.
Το εκτελεστικό διάταγμα, που υπεγράφη την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου, έρχεται λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη ενεργοποίηση των μέτρων και ακολουθεί τη συμφωνία της Ουάσινγκτον με τη Μόσχα για την προμήθεια μεγάλων ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ.
Στον «πάγο» οι νέοι δασμοί και οι οικονομικές κυρώσεις
Η απόφαση αφορά τον νόμο «Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act of 2026», τον οποίο ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υπογράψει στις 18 Σεπτεμβρίου, έπειτα από την έγκρισή του με ευρεία διακομματική υποστήριξη στο Κογκρέσο.
Η νομοθεσία, που φέρει το όνομα του εκλιπόντος Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, προέβλεπε αυστηρότερες κυρώσεις με στόχο τον περιορισμό των εσόδων που αντλεί η Ρωσία από τις ενεργειακές εξαγωγές και χρησιμοποιεί για τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.
Μεταξύ άλλων, περιλάμβανε δασμούς έως 500% σε ρωσικά προϊόντα και επιβαρύνσεις 100% στις εισαγωγές από τις πέντε μεγαλύτερες χώρες-αγοραστές ρωσικού πετρελαίου ή φυσικού αερίου, καθώς και από χώρες που διευκολύνουν την παράκαμψη των κυρώσεων.
Ο Τραμπ ενεργοποίησε διάταξη που επιτρέπει την αναστολή των μέτρων εφόσον αυτή εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα.
«Έχω υποβάλει στο Κογκρέσο πιστοποίηση ότι η χορήγηση αυτής της εξαίρεσης τη δεδομένη χρονική στιγμή εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών», ανέφερε στο διάταγμα.
Η αναστολή δεν καταργεί τις προϋπάρχουσες κυρώσεις κατά της Ρωσίας, ενώ τα νέα μέτρα μπορούν να ενεργοποιηθούν στο μέλλον με απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η συμφωνία για περισσότερους από 4,8 εκατ. τόνους ντίζελ
Η αμερικανική απόφαση ακολουθεί τη συμφωνία που ανακοίνωσε ο Τραμπ, έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, για τη διάθεση σημαντικών ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, προβλέπεται άμεση παράδοση περισσότερων από 300.000 τόνων, επιπλέον 500.000 τόνων τον Νοέμβριο, ενός εκατομμυρίου τόνων στη συνέχεια και άλλων τριών εκατομμυρίων τόνων σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Συνολικά, οι ποσότητες ξεπερνούν τους 4,8 εκατ. τόνους, με την Ουάσινγκτον να εκτιμά ότι η ενίσχυση της προσφοράς θα συμβάλει στην αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων.
Η ενεργειακή συμφωνία, ωστόσο, προκαλεί αντιδράσεις, καθώς η αύξηση των ρωσικών εξαγωγών μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα της Μόσχας, υπονομεύοντας τον βασικό στόχο των οικονομικών κυρώσεων.
Η πίεση στην Ουκρανία και οι αντιδράσεις
Η προσπάθεια συγκράτησης των τιμών συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές προτεραιότητες του Λευκού Οίκου ενόψει των αμερικανικών εκλογών.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση Τραμπ έχει ζητήσει από την Ουκρανία να περιορίσει τα πλήγματα κατά ρωσικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, φοβούμενη περαιτέρω διαταραχές στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά.
Το Κίεβο συμμορφώθηκε προσωρινά, αλλά στη συνέχεια επανέλαβε τις επιθέσεις, ενώ η Ρωσία συνέχισε να πλήττει ουκρανικές ενεργειακές υποδομές.
Η αλλαγή στάσης της Ουάσινγκτον έχει εντείνει την αντιπαράθεση Τραμπ και Βολοντίμιρ Ζελένσκι, με τον Ουκρανό πρόεδρο να δηλώνει ότι αισθάνθηκε προδομένος από τη συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ.
Ανησυχία επικρατεί και μεταξύ των Ευρωπαίων συμμάχων, ενώ στο αμερικανικό Κογκρέσο καταγράφονται διακομματικές αντιδράσεις. Νομοθέτες κατηγορούν την κυβέρνηση ότι αποδυναμώνει μια νομοθεσία που αποσκοπεί στην αποτροπή της χρηματοδότησης του πολέμου του Πούτιν μέσω των ενεργειακών συναλλαγών.
Η επιλογή Τραμπ αναδεικνύει το δίλημμα μεταξύ φθηνότερης ενέργειας και οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία. Η Ουάσινγκτον διατηρεί τις κυρώσεις ως διαθέσιμο εργαλείο, αλλά προς το παρόν προτάσσει τη σταθεροποίηση των τιμών, ακόμη κι αν αυτό περιορίζει την αποτελεσματικότητα των οικονομικών μέτρων κατά της Μόσχας.
