search icon

business stories

Ancient Greek Sandals: Πώς το ελληνικό σανδάλι έγινε διεθνές brand και έφτασε στην Camper

Ο Νικόλας Μίνογλου μιλά στο «business stories» για τη συμφωνία με την οικογένεια Φλουξά και την επόμενη μέρα της εταιρείας - Ο στόχος διπλασιασμού, τα νέα καταστήματα σε Ελλάδα και εξωτερικό και η οικογενειακή ιστορία που ξεκινά από την ιστορική Buffalo

Η αρχαία Ελλάδα ετοιμάζεται να φορεθεί ξανά πολύ αυτό το καλοκαίρι. Η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν φέρνει έναν από τους διασημότερους μύθους της στη μεγάλη οθόνη, η Ελλάδα υποδέχεται μία ακόμη χρονιά εκατομμύρια ταξιδιώτες από όλο τον κόσμο και, κάπου ανάμεσα στον Οδυσσέα του Χόλιγουντ και στα σανδάλια που γεμίζουν κάθε καλοκαίρι τις αποσκευές των επισκεπτών, ένα ελληνικό brand μετρά αντίστροφα για το μεγαλύτερο ταξίδι της δικής του ιστορίας.

Η Ancient Greek Sandals, που δημιούργησαν πριν από περίπου 15 χρόνια ο Νικόλας Μίνογλου και η Χριστίνα Μαρτίνη, με τον Γιάννη Βαγενά να εντάσσεται αργότερα ως συνέταιρος, ξεκίνησε με την ιδέα να μετατρέψει το απλό δερμάτινο σανδάλι που έβλεπε κανείς στα μαγαζιά του Μοναστηρακίου σε διεθνές προϊόν μόδας.

Σήμερα έχει πλέον έναν από τους γνωστότερους ευρωπαϊκούς οίκους υποδημάτων ως βασικό της μέτοχο. Η ισπανική Camper απέκτησε το 60% της εταιρείας, αφήνοντας όμως τη διοίκηση στα χέρια των ανθρώπων που τη δημιούργησαν, με έναν ξεκάθαρο στόχο για την επόμενη πενταετία: να διπλασιάσουν την Ancient Greek Sandals χωρίς να χάσουν την ταυτότητα που την έκανε διεθνώς αναγνωρίσιμη.

«Δεν θέλαμε απλώς χρήματα», λέει στο «business stories» ο συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Νικόλας Μίνογλου. «Θέλαμε το στρατηγικό κομμάτι».

bs

Σύμπραξη

Την πρώτη κίνηση για τη συμφωνία έκανε ο ίδιος ο Νικόλας, αναζητώντας έναν στρατηγικό εταίρο που θα βοηθούσε την εταιρεία να περάσει στην επόμενη φάση ανάπτυξης. «Είχαμε φτάσει σε ένα σημείο όπου θέλαμε να πάμε την εταιρεία στο επόμενο επίπεδο. Δεν ψάχναμε απλώς κάποιον να βάλει χρήματα. Θέλαμε έναν στρατηγικό εταίρο που να γνωρίζει το branding, το design, τη λιανική, το e-commerce και να έχει τις δομές που χρειάζονται για να μεγαλώσεις διεθνώς. Γιατί το να διπλασιάσεις τις πωλήσεις δεν σημαίνει ότι βάζεις ένα εκατομμύριο παραπάνω στο marketing και μαγικά διπλασιάζεσαι».

Η επιλογή ήταν εξαρχής στοχευμένη. Η Camper παραμένει στα χέρια της οικογένειας Φλουξά, με παράδοση πολλών γενεών στην υποδηματοποιία, και συνδυάζει το design και το branding με τη διεθνή εμπειρία και τις υποδομές που αναζητούσαν οι ιδρυτές της ελληνικής εταιρείας. Η πρώτη επαφή έγινε μέσω κοινής γνωριμίας το περασμένο φθινόπωρο και περίπου έξι μήνες αργότερα οι δύο πλευρές είχαν συμφωνήσει.

«Πήγαμε κατευθείαν στην Camper. Δεν κάναμε διαδικασία να βγούμε στην αγορά και να μιλήσουμε με δέκα διαφορετικούς επενδυτές. Είδαμε ότι υπήρχε πολύ καλό ταίριασμα και προχωρήσαμε».

Στην άλλη πλευρά του τραπεζιού βρισκόταν μια κερδοφόρα ελληνική εταιρεία με πωλήσεις κοντά στα 8 εκατ. ευρώ, παρουσία σε περίπου 40 χώρες και περίπου 90% της δραστηριότητάς της εκτός Ελλάδας.

«Το σημαντικό είναι να είσαι αυθεντικός. Ο καταναλωτής καταλαβαίνει πότε κάτι έχει μια πραγματική ιστορία πίσω του και πότε έχει κατασκευαστεί απλώς από το marketing. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που είδε και η Camper σε εμάς».

Αυτονομία

Η συμφωνία άλλαξε τις μετοχικές ισορροπίες, όχι όμως και τη διοίκηση. Η Camper απέκτησε το 60% της Ancient Greek Sandals. Ο Νικόλας Μίνογλου και η Χριστίνα Μαρτίνη, που κατείχαν από 45%, διατηρούν πλέον από 18%, ενώ ο Γιάννης Βαγενάς, από 10%, παραμένει με 4%. «Δεν θέλουμε να κάνουμε exit. Εμείς κρατάμε το management. Εγώ παραμένω διευθύνων σύμβουλος, η Χριστίνα συνεχίζει στο δημιουργικό κομμάτι και ο Γιάννης στο brand και το marketing. Ναι μεν είμαστε μειοψηφία, αλλά έχουμε δύναμη με βάση τη συμφωνία που έχουμε κάνει».

Η συμφωνία προβλέπει δικαιώματα συναπόφασης σε κρίσιμα ζητήματα που μπορούν να αλλάξουν τον χαρακτήρα της εταιρείας. Ο κ. Μίνογλου φέρνει ως παράδειγμα την ελληνική παραγωγή: «Αν αύριο η Camper πει ότι θέλει να πάρει όλη την παραγωγή και να τη μεταφέρει στην Ισπανία, δεν μπορεί να το κάνει χωρίς να συμφωνήσουμε κι εμείς».

Η Ancient Greek Sandals θα συνεχίσει παράλληλα να λειτουργεί ως αυτόνομο brand, με τη δική της δημιουργική και εμπορική ταυτότητα, ενώ τα προϊόντα της δεν προβλέπεται να τοποθετηθούν στα καταστήματα της Camper.

Διπλασιασμός

«Ο στόχος μας είναι μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια να διπλασιάσουμε την εταιρεία», λέει ο κ. Μίνογλου. Η ανάπτυξη θα κινηθεί τόσο στις ισχυρές αγορές της Ancient Greek Sandals όσο και σε χώρες όπου υπάρχουν μεγαλύτερα περιθώρια, όπως η Ιαπωνία, η Κορέα, το Μεξικό και η Αυστραλία. Οι ΗΠΑ είναι σήμερα η μεγαλύτερη μεμονωμένη αγορά της, με περίπου 35% των πωλήσεων, η Ευρώπη συνολικά κινείται κοντά στο 40%, ενώ η Ελλάδα αντιστοιχεί περίπου στο 10%.

Κεντρικό ρόλο θα έχει και η ιδιόκτητη λιανική, όπου η εταιρεία έχει ήδη πληρώσει ένα ακριβό μάθημα. Περίπου μισό εκατομμύριο ευρώ που είχε επενδύσει σε μισθωμένο κατάστημα στο κέντρο της Αθήνας ουσιαστικά χάθηκε μετά την πανδημία και την αλλαγή ιδιοκτησίας του κτιρίου. «Μετά από αυτό είπαμε ότι, αν είναι να ξαναβάλουμε τόσα χρήματα σε ένα κατάστημα, καλύτερα να αγοράσουμε το ακίνητο. Τουλάχιστον, αυτή τη φορά η επένδυση μένει».

Ετσι προέκυψε η αγορά του νέου ακινήτου στη λεωφόρο Αμαλίας, απέναντι από τον Εθνικό Κήπο, για την οποία η Ancient Greek Sandals προσέφυγε ουσιαστικά για πρώτη φορά σε τραπεζικό δανεισμό. Μέχρι τότε είχε χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή της σχεδόν αποκλειστικά με τις δικές της δυνάμεις. Το σχέδιο προβλέπει μέσα στην επόμενη διετία-τριετία κατάστημα στο Ελληνικό, ένα ακόμη στην Ελλάδα και ένα στο εξωτερικό, με τις ΗΠΑ να βρίσκονται μεταξύ των πιθανών επιλογών.

Σε αυτή την ανάπτυξη ο κ. Μίνογλου βλέπει και τη μεγαλύτερη αξία της νέας συμμαχίας. «Εμείς είμαστε μια μικρή εταιρεία. Δεν έχουμε όλες τις δομές, τα συστήματα και τους ανθρώπους που χρειάζονται για να πας από ένα μέγεθος σε ένα άλλο. Η Camper έχει αυτή την εμπειρία. Ξέρει από retail, από e-commerce, έχει συστήματα, δίκτυα, τεχνογνωσία».

Αφετηρία

Για να καταλάβει, όμως, κανείς τι ακριβώς καλείται τώρα να διπλασιάσει η Ancient Greek Sandals, πρέπει να επιστρέψει περίπου 15 χρόνια. Η ιδέα της εταιρείας είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό του κ. Μίνογλου όταν ζούσε στις ΗΠΑ και παρατηρούσε ένα προϊόν που στην Ελλάδα θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητο.

«Εβλεπα κοπέλες που είχαν πάει διακοπές στην Ελλάδα και γύριζαν με αυτά τα απλά δερμάτινα σανδάλια από το Μοναστηράκι. Ηταν ένα προϊόν πολύ ελληνικό και αυθεντικό, αλλά δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ σωστά. Δεν υπήρχε ποιότητα, branding, συσκευασία, μια ιστορία γύρω από αυτό. Εκεί άρχισα να σκέφτομαι ότι υπάρχει μια ευκαιρία».

Ο ίδιος γνώριζε καλά το παπούτσι. Ηταν η τρίτη γενιά της οικογένειας πίσω από την Buffalo, μία από τις μεγάλες ελληνικές βιομηχανίες υποδημάτων των δεκαετιών του ’60, του ’70 και του ’80. Οι γαλότσες και οι χαρακτηριστικές πλαστικές παντόφλες της είχαν γίνει μέρος της καθημερινότητας εκατομμυρίων Ελλήνων, από τον αγρότη και τον φαντάρο μέχρι τον λουόμενο στην παραλία. «Θυμάμαι να πηγαίνω τα Σάββατα με τον πατέρα μου στο εργοστάσιο, τη μυρωδιά, την παραγωγή, ακόμη και τα μικρά κομμάτια πλαστικού που έβγαιναν από τις μηχανές. Εχω κρατήσει ακόμη κάποια».

Οταν επέστρεψε από το εξωτερικό μπήκε στην οικογενειακή επιχείρηση, όμως η εποχή είχε αλλάξει. Η ελληνική υποδηματοποιία υποχωρούσε υπό την πίεση των φθηνότερων εισαγωγών και η Buffalo είχε χάσει τη δυναμική του παρελθόντος. «Κατάλαβα κάποια στιγμή ότι το brand έσβηνε. Δεν ήθελα να συνεχίσω κάτι απλώς επειδή το είχε ξεκινήσει ο παππούς μου και το είχε συνεχίσει ο πατέρας μου. Ηθελα να δημιουργήσω κάτι καινούριο».

Από εκείνη την οικογενειακή διαδρομή κράτησε τη γνώση του παπουτσιού, όχι όμως και το ίδιο παραγωγικό μοντέλο. «Δεν θέλω να έχω παραγωγή. Θέλω να συνεργάζομαι με ανθρώπους που είναι καλοί σε αυτό που κάνουν και εμείς να είμαστε καλοί σε αυτό που κάνουμε: στο προϊόν, στο design, στο brand».

Η σχεδιαστική πλευρά της ιδέας ήρθε με τη Χριστίνα Μαρτίνη, η οποία εργαζόταν τότε στο Παρίσι έχοντας περάσει από μεγάλους διεθνείς οίκους, μεταξύ των οποίων οι Louis Vuitton και Balenciaga. Τους έφερε σε επαφή η θεία του Νικόλα. «Η θεία μου μού είπε: “Πρέπει να γνωρίσεις αυτή την κοπέλα. Νομίζω ότι κάτι καλό μπορεί να βγει”».
«Δηλαδή σας έκανε προξενιό;» τον ρωτάμε. Γελάει. «Επαγγελματικό προξενιό!» απαντά.

Ο κ. Μίνογλου έφερνε την επιχειρηματική ιδέα και τη γνώση του παπουτσιού, η κυρία Μαρτίνη τη διεθνή εμπειρία του design. «Είχαμε και οι δύο περίπου την ίδια ιδέα, από διαφορετική αφετηρία. Εγώ έβλεπα την επιχειρηματική ευκαιρία και η Χριστίνα το δημιουργικό κομμάτι. Και κάπως έτσι ξεκινήσαμε».

Ο τρίτος μετέπειτα μέτοχος, Γιάννης Βαγενάς, εργαζόταν τότε στον agent με τον οποίο συνεργαζόταν η Ancient Greek Sandals για τις διεθνείς πωλήσεις. «Ηταν πάρα πολύ παθιασμένος και έδινε πάρα πολύ κομμάτι από την ψυχή του για το brand», θυμάται ο κ. Μίνογλου. Περίπου έναν χρόνο μετά το ξεκίνημα, του προσφέρθηκε ποσοστό και έτσι διαμορφώθηκε η τριάδα που θα οδηγούσε την εταιρεία στη διεθνή ανάπτυξή της και -σχεδόν 15 χρόνια αργότερα- στη συμφωνία με την Camper.

Καρδιοχτύπια

Το ξεκίνημα έγινε χωρίς επενδυτές και με αρχικό κεφάλαιο περίπου 60.000 ευρώ, αξιοποιώντας κάποιες υποδομές της Buffalo και τις προκαταβολές από τις πρώτες παραγγελίες. «Αφήναμε τα χρήματα μέσα στην εταιρεία. Δεν βγάζαμε λεφτά για πολλά χρόνια. Θέλαμε να ψωμώσει η δουλειά».

Το πρώτο καρδιοχτύπι ήρθε αμέσως. Η αρχική παραγωγή, που είχε ανατεθεί σε συνεργάτη στην Κρήτη, βγήκε ελαττωματική και χρειάστηκε ουσιαστικά να πληρωθεί δεύτερη φορά για να ξαναγίνει στην Αθήνα. «Για μια εταιρεία που μόλις ξεκινούσε, αυτό ήταν πολύ δύσκολο».

Η συνέχεια, όμως, ήταν εντυπωσιακά γρήγορη. «Πολύ γρήγορα ήρθαν πελάτες όπως το Barneys, η Colette, το Net-a-Porter, το Matches, το Selfridges. Μέσα σε τέσσερις-πέντε μήνες βλέπαμε τα παπούτσια μας δίπλα σε brands που μέχρι τότε τα κοιτούσαμε από μακριά». Η διεθνής αναγνώριση ήρθε πριν από την ελληνική. «Στην αρχή δεν μας ήξερε σχεδόν κανείς στην Ελλάδα. Οι Ελληνες retailers άρχισαν να ενδιαφέρονται όταν μας είδαν έξω».

Με έναν παράδοξο τρόπο, η Ancient Greek Sandals χρειάστηκε πρώτα να ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα για να γίνει γνωστή στον τόπο από τον οποίο είχε αντλήσει την ταυτότητά της.

Επιστροφή

Η διεθνής ανάπτυξη έφερε τα επόμενα χρόνια και μια απρόσμενη επιστροφή στις οικογενειακές ρίζες. Η Buffalo είχε συνδέσει το όνομά της με το πλαστικό παπούτσι, ενώ η Ancient Greek Sandals χτίστηκε πάνω στο φυσικό δέρμα και το χειροποίητο σανδάλι. Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, όμως, το πλαστικό επέστρεψε.

Τα jellies μπήκαν στη συλλογή μόλις τα τελευταία χρόνια, αλλά σήμερα αντιπροσωπεύουν, σύμφωνα με τον κ. Μίνογλου, το 30%-40% της δραστηριότητας, ανοίγοντας το brand σε νεότερο κοινό με χαμηλότερες τιμές. «Εχει πλάκα γιατί κάπως κλείνει ο κύκλος. Η οικογένειά μου ξεκίνησε με πλαστικά παπούτσια, εγώ έφυγα από αυτό και πήγαμε στο δερμάτινο σανδάλι και τώρα ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ανάπτυξής μας έρχεται ξανά από το πλαστικό, αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο».

Σε αντίθεση με τις δερμάτινες συλλογές, που κατασκευάζονται στην Ελλάδα, τα jellies παράγονται στην Κίνα, καθώς η απαιτούμενη παραγωγική υποδομή δεν υπάρχει πλέον στη χώρα. «Αν μπορούσαμε να τα φτιάξουμε εδώ, θα το θέλαμε. Τα δερμάτινα, όμως, παραμένουν εδώ. Και για εμάς το Made in Greece είναι βασικό κομμάτι της ταυτότητάς μας».

Ο διπλασιασμός της Ancient Greek Sandals θα μπορούσε έτσι να μεταφραστεί σε μεγαλύτερες παραγγελίες και για τις ελληνικές βιοτεχνίες με τις οποίες συνεργάζεται. Ο κ. Μίνογλου εκτιμά ότι η εγχώρια παραγωγική βάση μπορεί να ανταποκριθεί. «Υπάρχει δυνατότητα να διπλασιάσουμε την παραγωγή στην Ελλάδα. Υπάρχουν συνεργάτες που μπορούν να μεγαλώσουν μαζί μας και άλλες μονάδες με τις οποίες μπορούμε να συνεργαστούμε».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όπως λέει, δεν είναι η παραγωγική δυναμικότητα, αλλά οι άνθρωποι. «Οι τεχνίτες χάνονται. Υπάρχουν εργοστάσια, μηχανήματα, χώροι. Αυτό που γίνεται όλο και πιο δύσκολο είναι να βρεις ανθρώπους που ξέρουν πραγματικά την τέχνη του παπουτσιού».

Για τον κ. Μίνογλου, αυτή η αγωνία έχει και μια προσωπική διάσταση. Η δική του διαδρομή στο παπούτσι ξεκίνησε πολύ πριν από την Ancient Greek Sandals. «Είναι πολύ ωραίο μια δουλειά που είναι από το ’50 του παππού σου, που πάει στον πατέρα σου, να τη συνεχίζεις, να την εξελίσσεις και μετά να κάνεις κάτι άλλο».

Διαβάστε επίσης

Τα δύο πρόσωπα της ελληνικής οικονομίας: Aνεβαίνει ο πλούτος, πέφτει η αποταμίευση και «φουσκώνει» ο δανεισμός

ΑΑΔΕ: Αιφνιδιαστικοί έλεγχοι χωρίς τοπικές… γνωριμίες

Kanakis Plexiglass 1949: Η εταιρεία που έφερε και καθιέρωσε το πλεξιγκλάς στην Ελλάδα (pics)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version