Του Δημήτρη Μαρκόπουλου
Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Δεν γινόταν διαφορετικά. Οταν έχεις μεγαλώσει σε οικογένεια ξενοδόχων και γνωρίζεις από πρώτο χέρι τις δυνατότητες και την ιδιαίτερη δυναμική του ελληνικού τουρισμού, είναι σχεδόν νομοτελειακό ότι σύντομα θα καταλήξεις να ασχοληθείς με αυτό που πολλοί χαρακτηρίζουν «βαριά βιομηχανία της χώρας». Ο Παναγιώτης Πανταζόπουλος, που είναι ιδρυτής και managing director της HIP Hospitality και της Τrésor Hotels & Resorts, δύο σχημάτων που ήδη διαγράφουν τη δική τους επιτυχημένη πορεία, γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στον τουριστικό χώρο. Στον κλάδο που κάθε καλοκαίρι βγάζει τα σπασμένα για λογαριασμό της χώρας βοηθώντας στην τόνωση του ΑΕΠ μας.
Κάτι η επίδραση της οικογένειάς του την οποία έβλεπε καθημερινά να δίνει τον δικό της αγώνα στον χώρο, κάτι οι ακαδημαϊκές σπουδές του με εξειδίκευση στο ξενοδοχειακό management στο διεθνώς αναγνωρισμένο Ecole Hoteliere de Lausanne στην Ελβετία, αλλά και η εργασιακή εμπειρία του στο εξωτερικό, όλα αυτά αποτέλεσαν τα εφόδιά του για να προχωρήσει στην αγορά. Στον τουρισμό που καθημερινά γίνεται όλο και πιο απαιτητικός. Βλέποντας λοιπόν τις τάσεις που διαμορφώνονταν, στράφηκε από νωρίς στο κομμάτι της συμβουλευτικής ως προς τις υπηρεσίες φιλοξενίας. Τον νέο hot τομέα του τουρισμού στη χώρα μας με την τεράστια προοπτική και τις προκλήσεις.
Η HIP Hospitality ιδρύθηκε το 2012 και σήμερα διαχειρίζεται 13 πολυτελή ξενοδοχεία με περισσότερα από 70 ολοκληρωμένα projects. Στο χαρτοφυλάκιό της βρίσκονται ξενοδοχεία όπως το «Poseidonion Grand Hotel», το «Ios Palace Hotel & Spa», το «Elysium Boutique Hotel & Spa», το «Orabel Suites», αλλά και το νεοεισελθέν πολυτελές ξενοδοχείο της Κω, «Lango Design Hotel & Spa», μια μονάδα που εσχάτως συζητιέται πολύ.
Οπως μας λέει ο κ. Πανταζόπουλος, «οι υπηρεσίες της HIP Hospitality καλύπτουν όλο το φάσμα της λειτουργίας ενός ξενοδοχείου και μεταφράζονται σε μελέτες βιωσιμότητας και εύρεση χρηματοδότησης, υποστήριξη στην κατασκευή και τον εξοπλισμό, υπηρεσίες pre-opening, διαχείριση budget, στελέχωση με ειδικευμένο προσωπικό, διαχείριση πωλήσεων και κρατήσεων, marketing και δημόσιες σχέσεις. Δράσεις και πράγματα όχι και τόσο δεδομένα για την πελαγωμένο Ελληνα ξενοδόχο που δεν προλαβαίνει να κάνει τα πάντα». Και συμπληρώνει: «Εχοντας ως δέσμευση τη μεγιστοποίηση της αξίας ενός ξενοδοχειακού ακινήτου, η εταιρεία μετουσιώνει την γνώση και την εμπειρία των στελεχών της σε καινοτόμες λύσεις, οι οποίες οδηγούν στη διαμόρφωση βιώσιμων και κερδοφόρων ξενοδοχειακών μονάδων. Η εταιρεία απασχολεί συνολικά 470 υπαλλήλους και συνεργάζεται με περισσότερα από 520 ταξιδιωτικά γραφεία σε όλο τον κόσμο για τα 612 δωμάτια που διαχειρίζεται». Με τη σειρά της, η δεύτερη εταιρεία του γκρουπ, η Trésor Hotels & Resorts διαθέτει 35 ξενοδοχεία-μέλη σε 28 ελληνικούς προορισμούς, αποτελώντας ένα αξιόλογο και ανταγωνιστικό δίκτυο ανεξάρτητων boutique hotels 4 και 5 αστέρων στη χώρα μας.
Ο κ. Πανταζόπουλος μας λέει ότι «με κοινό παρονομαστή τις πολυτελείς υπηρεσίες φιλοξενίας, την οικολογική πολιτική, το ιδιαίτερο design και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, τα ξενοδοχεία που εντάσσονται στην ομπρέλα της Trésor Hotels & Resorts χαρακτηρίζονται “θησαυροί διαμονής”». Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αναδυόμενη τάση στα ξενοδοχεία και τη φιλοξενία είναι αυτού του είδους οι μονάδες και όχι τόσο τα μαζικά, μεγάλα ξενοδοχεία.
Μπόνους διαμονής
Και αυτή η εταιρεία του κ. Πανταζόπουλου δραστηριοποιείται στον κλάδο της φιλοξενίας από το 2012 και μέσα από την τεχνογνωσία που έχει αναπτύξει και με στοχευμένες ενέργειες marketing και επικοινωνίας παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες προβολής στα συνεργαζόμενα ξενοδοχεία, αναδεικνύοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και ενδυναμώνοντας το branding τους. Ταυτόχρονα, το δίκτυο προσφέρει εμπειρίες στους επισκέπτες των ξενοδοχείων-μελών του, ενώ τους επιβραβεύει με προνόμια κατά τη διαμονή τους μέσα από το T-Club, το πρόγραμμα πιστότητας και επιβράβευσης των φιλοξενούμενων της Trésor Hotels & Resorts, που απαριθμεί ήδη 7.500 εγγεγραμμένα μέλη. Ο κ. Πανταζόπουλος θεωρείται από τους ανερχόμενους παίκτες της τουριστικής αγοράς και αυτός που φέρνει στο επίπεδο του consulting πρώτος τις κάρτες επιβράβευσης σε σχέση με τον υπόλοιπο ανταγωνισμό. Κάτι καθόλου δεδομένο αν δούμε πώς κινούνταν μέχρι στιγμής τα ελληνικά ξενοδοχειακά συγκροτήματα και οι εταιρείες διαχείρισης ξενοδοχειακών μονάδων. «Πρόκειται για μια νέα τάση, για μια προσπάθεια ομογενοποίησης της παροχής υπηρεσίας και παροχής αξίας στον πελάτη», αναφέρει ο κ. Πανταζόπουλος.
