του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου
Στη μέση του ασύμμετρου πολέμου που διεξάγεται στο παρασκήνιο μεταξύ ΔΝΤ και ευρωζώνης έχει βρεθεί το ελληνικό ζήτημα, με αποτέλεσμα να περιπλέκονται οι διαπραγματεύσεις τόσο για την ελάφρυνση του χρέους και την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού όσο και για τη νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
Το ΔΝΤ φαίνεται ότι παζαρεύει την κυοφορούμενη αποχώρησή του από τα ευρωπαϊκά προγράμματα διάσωσης και ορισμένα μέλη του ζητούν να «φορτώσει» στους Ευρωπαίους το υπόλοιπο της χρηματοδότησης προς την Ελλάδα λαμβάνοντας ταυτόχρονα εγγυήσεις από τον ESM, ενώ την ίδια στιγμή πιέζει τη Γερμανία να δώσει μεγαλύτερα ποσά για να ξεπεραστεί η κρίση στην ευρωζώνη. Η περίπτωση της Ελλάδας δίνει μια καλή ευκαιρία στο ΔΝΤ να ασκήσει πιέσεις, αξιοποιώντας τη συμμετοχή του στην τρόικα και τις διαπραγματεύσεις για την ελάφρυνση του χρέους, αλλά και τη διαφωνία Ελλάδας και ευρωζώνης, καθώς η τελευταία δεν θέλει να αφήσει τη χώρα μας εκτός ελέγχου, χωρίς νέο δάνειο και τις αντίστοιχες δεσμεύσεις.
H τακτική των εκπροσώπων του ΔΝΤ εδώ και μήνες είναι να δυναμιτίζουν την κατάσταση εντός της τρόικας (το «ΘΕΜΑ» είχε αναφερθεί στο ζήτημα από τον περασμένο Δεκέμβριο), αναδεικνύοντας τις δυσκολίες στο ελληνικό πρόγραμμα, με στόχο να ανεβάζουν διαρκώς τον λογαριασμό και να ενισχύουν έτσι τη θέση του οργανισμού υπέρ ενός κουρέματος του ελληνικού χρέους, αλλά και την ανάγκη νέας χρηματοδότησης. Πάγια θέση του ΔΝΤ είναι ότι το ελληνικό πρόγραμμα δεν βγαίνει χωρίς κούρεμα, αλλά και ότι είναι αδύνατον η Ελλάδα να επιτύχει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 4,5%, όπως προβλέπει το μνημόνιο. Το τελευταίο κρούσμα ήταν οι πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν την περασμένη εβδομάδα στους «Financial Times» για εκτιμήσεις του ΔΝΤ ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών ανέρχονται στα 20 δισ. ευρώ. Οσο περισσότερα χρήματα χρειαστούν οι τράπεζες τόσο θα μειωθούν οι πιθανότητες να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για κάλυψη των αναγκών του Δημοσίου, όπως θέλει η ελληνική κυβέρνηση, και τόσο θα ενισχυθεί το σενάριο του τρίτου δανείου με όρους και δεσμεύσεις.
Η εκτίμηση για 20 δισ. ευρώ διαψεύστηκε την ίδια ημέρα από άλλες πηγές του οργανισμού αλλά και της Κομισιόν. Ωστόσο, η υπόθεση έφερε στο φως τις διαφωνίες και τις κόντρες του παρασκηνίου, οι οποίες εκτείνονται και σε άλλα ζητήματα. Το ΔΝΤ, για παράδειγμα, πιέζει για την επανιδιωτικοποίηση των ελληνικών τραπεζών το ταχύτερο δυνατό, ενώ αντιθέτως η Κομισιόν έχει επιφυλάξεις για το ενδεχόμενο να γίνουν αυξήσεις κεφαλαίου σε τιμές χαμηλότερες από εκείνες στις οποίες μπήκε το Δημόσιο, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Στο εσωτερικό του ΔΝΤ οι αναδυόμενες χώρες πιέζουν για απόσυρση του Ταμείου από την Ευρώπη, με το σκεπτικό ότι πρόκειται για πλούσιες χώρες που μπορούν να λύσουν μόνες τους τα προβλήματα, τη στιγμή που οι αναδυόμενες οικονομίες μπαίνουν σε κύκλο προβλημάτων και ίσως χρειαστούν βοήθεια και οικονομική στήριξη. Από την άλλη πλευρά, η Γερμανία κρίνει πλέον ότι η παρουσία του ΔΝΤ στην Ευρώπη είναι προβληματική – παρότι ήταν εκείνη που επέμενε το 2010 να συμμετάσχει ο οργανισμός στο πρώτο πακέτο διάσωσης της Ελλάδας. Ορισμένοι αξιωματούχοι, όπως ο κ. Κλάους Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM, πρώην EFSF), υποστηρίζουν τις δραστικές λύσεις, όπως να πάρει πίσω τα χρήματά του το ΔΝΤ ή να αποχωρήσει από τα προγράμματα διάσωσης (χωρίς να καταβάλει τα υπόλοιπα 9 δισ. ευρώ που απομένουν για την Ελλάδα μέχρι το 2016) και να αναλάβει ο ESM.
Η μέση λύση που φαίνεται να βρίσκεται είναι να πάρει το ΔΝΤ εγγυήσεις από τον ESM για τα χρήματά του και να αποσυρθεί από την τρόικα. Το ΔΝΤ θα περιοριστεί πλέον σε ρόλο συμβουλευτικό και θα επικοινωνεί με την ευρωζώνη απευθείας σε επίπεδο Κομισιόν και χωρίς να παρεμβαίνει σε επίπεδο εθνικών κυβερνήσεων. Αυτό άλλωστε είναι και το νέο σύστημα εποπτείας που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί για τη διάσωση χωρών με προβλήματα στο μέλλον. Το ΔΝΤ θα συμμετέχει σε κεντρικό επίπεδο, με ρόλο συμβουλευτικό, εφόσον κάτι τέτοιο κρίνεται απαραίτητο κατά περίπτωση. Είναι το καθεστώς «ενισχυμένης εποπτείας», στο οποίο πιθανότατα θα ενταχθεί και η Ελλάδα για το τρίτο πακέτο διάσωσης. Ορισμένες χώρες, πάντως, όπως η Ολλανδία και η Φινλανδία, εκφράζουν επιφυλάξεις για την αποχώρηση του ΔΝΤ, με το σκεπτικό ότι σε μια τέτοια περίπτωση η Κομισιόν θα αποφασίζει με περισσότερο πολιτικά και λιγότερο τεχνοκρατικά κριτήρια, χαλαρώνοντας ενδεχομένως τα λουριά.
Με λίγα λόγια, οι λεπτομέρειες για το πώς θα διαμορφωθούν οι σχέσεις ευρωζώνης – ΔΝΤ είναι ζήτημα ακόμη ανοιχτό και όπως φαίνεται ήδη το Ταμείο αρχίζει τις πιέσεις για να υποστηρίξει τα δικά του συμφέροντα.
Τι φοβούνται οι Ευρωπαίοι για την Ελλάδα
Η διένεξη ΔΝΤ -ευρωζώνης έχει αντανάκλαση -και μάλιστα σημαντική- σε όλο το πακέτο που θα συζητηθεί για την Ελλάδα μετά τις ευρωεκλογές. Ηδη καταγράφεται η κάθετη αντίθεση της ευρωζώνης στα ελληνικά σχέδια να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό εκ των ενόντων και να στηριχθεί η χώρα για να καλύπτει τις όποιες ανάγκες με νέες εκδόσεις ομολόγων. Οι Ευρωπαίοι φοβούνται δύο πράγματα εφόσον η Ελλάδα δεν ενταχθεί σε νέο πρόγραμμα με αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.
Πρώτον, ότι η όποια ελληνική κυβέρνηση θα αρχίσει τις παροχές και τη χαλάρωση του προγράμματος εφόσον αυτονομηθεί χρηματοδοτικά.
Δεύτερον, ότι εάν δεν υπάρξει νέο δάνειο με όρους και δεσμεύσεις, η Ελλάδα θα ξεφύγει μεν από τον έλεγχο των Ευρωπαίων, καθώς οι δόσεις από τα ευρωπαϊκά κονδύλια τελειώνουν εντός του 2014, αλλά θα μείνει στον έλεγχο του ΔΝΤ (το οποίο συνεχίζει τη χρηματοδότηση μέχρι το 2016).
Η ελληνική πλευρά επιδιώκει την αποφυγή του νέου δανείου για πολιτικούς λόγους και, κυρίως, για να ανακτήσει μέρος της αυτονομίας έναντι των δανειστών κι έτσι δεν εισακούει τις προτάσεις ορισμένων τεχνοκρατών οι οποίοι επισημαίνουν ότι η κάλυψη των αναγκών με νέα ομόλογα -εάν και όταν αυτό καταστεί δυνατόν- σημαίνει κόστος χρήματος γύρω στο 6%, ενώ ένα νέο δάνειο από την Ευρώπη θα είχε πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.