Το αμφιλεγόμενο ζήτημα της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους αναλύει σε δημοσίευμά του το Ινστιτούτο για την Παγκόσμια Οικονομία Kiel (IFW), σε μία προσπάθεια να αξιολογήσει πόσο θα κοστίσει αυτό το σενάριο στην Ευρωζώνη.
«Η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενο στο κοινό εδώ και καιρό. Σε κοινές παραδοχές, η παρούσα αξία των δανείων που χορηγούνται από τους εταίρους σε διμερές επίπεδο όσο και μέσω του EFSF υποχωρεί στο ήμισυ επί της ονομαστικής αξίας» υποστηρίζει ο Stefan Kooths, επικεφαλής του IFW.
Κάνοντας κάποιους υπολογισμούς, οι οικονομολόγοι υπολογίζουν με ένα προεξοφλητικό επιτόκιo ύψους 5% (το ίδιο χρησιμοποιεί στους υπολογισμούς της και η Παγκόσμια Τράπεζα) και ένα μέσο επιτόκιο δανεισμού της Ελλάδας που καθ’ όλη τη διάρκεια εξυπηρέτησης των δανείων κυμαίνεται στο 1,5 %.
Βάση των δεδομένων αυτών λοιπόν, η παρούσα αξία του οφειλόμενου ποσού των δανείων ονομαστικής αξίας 184 δισ. ευρώ υποχωρεί στα μόλις 87 δισ. ευρώ. Δεδομένου ότι οι χώρες της Ευρωζώνης έχουν αποκλείσει ένα ονομαστικό κούρεμα και δύσκολα θα μπορούσαν να μειωθούν περαιτέρω τα επιτόκια, έχει εμφανιστεί και πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα της νέας παράτασης του χρόνου αποπληρωμής των δανείων.
Μια νέα παράταση κατά 20 ή και 30 έτη, όπως προτάθηκε πρόσφατα από το ΔΝΤ, θα οδηγούσε – στη βάση των ίδιων υπολογισμών – σε περαιτέρω μείωση της παρούσας αξίας των προς αποπληρωμή δανείων στα 43 δισ. ευρώ (παράταση κατά 20 έτη) ή στα 30 δισ. ευρώ (παράταση κατά 30 έτη) αντίστοιχα.
Στη βάση του ίδιου μοντέλου υπολογισμών, η αξία του νέου, τρίτου πακέτου στήριξης ύψους 86 δισ. ευρώ υποχωρεί στα 59 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με άλλη, τροποποιημένη υπόθεση εργασίας, η αξία του νέου δανείου θα μπορούσε να υποχωρήσει στο μηδέν.
Στο μοντέλο αυτό οι οικονομολόγοι υπολογίζουν με ένα προεξοφλητικό επιτόκιο ύψους 7 %, το οποίο μειώνει την παρούσα αξία των προς αποπληρωμή δανείων στα 8 δις ευρώ.
Εάν συνυπολογιστεί σε αυτό η επιστροφή στην Ελλάδα εσόδων ύψους 7,7 δις ευρώ που θα εισπράξει η Ευρωζώνη μέχρι το 2018 από παλαιότερα προγράμματα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, η αξία του δανείου στο πλαίσιο του τρίτου πακέτου βοήθειας θα ήταν ουσιαστικά μηδενική.
«Η επιλογή μεταξύ άμεσου κουρέματος και μιας περαιτέρω χαλάρωσης των όρων αποπληρωμής των τόκων μπορεί να φανεί από την πλευρά των δανειστών ως οικονομικά ισοδύναμα μέτρα. Σε αντίθεση με ένα άμεσο κούρεμα, το οποίο θα επέτρεπε στην Ελλάδα να αναχρηματοδοτηθεί άμεσα από τις αγορές, μέσω μιας έμμεσης ελάφρυνσης του χρέους (χαλάρωση των όρων που αφορούν στην καταβολή τοκοχρεολυσίων) η χώρα παραμένει σε μια παρατεταμένη φάση αφερεγγυότητας. Αυτό δίνει στις πιστώτριες χώρες τη δυνατότητα να διατηρήσουν τις πιέσεις για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, χωρίς όμως αυτό να εγγυάται την επιτυχία της μεταρρυθμιστικής πολιτικής» καταλήγει ο Stefan Kooths.
