Ανάσα ύψους 50 εκατ. ευρώ φέρνει στις δοκιμαζόμενες ελληνικές βιομηχανίες η απόφαση που μειώνει το υπέρογκο ενεργειακό κόστος τους, παρέχοντας τους αποζημίωση κάθε φορά που δέχονται να περιορίσουν ή και να διακόψουν τη λειτουργία τους προκειμένου να αποφεύγονται κίνδυνοι που αφορούν την ευστάθεια του συστήματος.
Έπειτα από παλινωδίες ετών και αφού στο μεταξύ έβαλαν λουκέτο μεγάλες βιομηχανίες όπως η Ελληνική Χαλυβουργία και τα Τσιμέντα Χαλκίδος δημοσιεύτηκε χθες η απόφαση για την περιβόητη «διακοψιμότητα», μέτρο που αποτελούσε μνημονιακή υποχρέωση.
Το μέτρο υπολογίζεται ότι ψαλιδίζει κατά 7% με 10% το κόστος του ρεύματος για τις πιο ενεργοβόρες ελληνικές επιχειρήσεις, το οποίο όμως παραμένει ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.
Το μέτρο θα εφαρμοστεί μέσω ενός μοντέλου μηνιαίων δημοπρασιών, συνολικής διάρκειας δύο ετών, που θα διενεργεί ο ΑΔΜΗΕ. Οι δημοπρασίες θα διενεργούνται κάθε φορά που η ζήτηση για ρεύμα είναι μεγάλη και τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια του συστήματος. Μια βιομηχανία θα μπορεί να συμμετάσχει στις δημοπρασίες προσφέροντας την ποσότητα εκείνη που κρίνει ότι δεν θα καταναλώσει και ζητώντας ως αντάλλαγμα να αποζημιωθεί σε μία συγκεκριμένη τιμή. Οι βιομηχανίες που θα προσφέρουν τις χαμηλότερες τιμές θα κερδίζουν και τις δημοπρασίες, άρα και την αποζημίωση. Οι δημοπρασίες θα συνεχίζονται μέχρι να καλυφθεί ολόκληρο το φορτίο που έχει ζητήσει ο διαχειριστής.
Το κατώτατο όριο διακοπτόμενου φορτίου με το οποίο μπορεί να συμμετάσχει μαια βιομηχανία σε δημοπρασία δεν μπορεί αν είναι κάτω από τα 5 μεγαβάτ, ενώ αν η προσφορά είναι χαμηλή, τότε ο διαχειριστής θα μπορεί να ρίξει το όριο στα 3 μεγαβάτ.
Το συνολικό ποσό που δύναται να διατεθεί μέσω των δημοπρασιών είναι 50 εκατ. ευρώ ενώ η αποπληρωμή θα γίνει μέσω του τέλους εφοδιασμού το οποίο θα πληρώνεται από τους παραγωγούς ΑΠΕ, με διαφορετικά ποσοστά για κάθε τεχνολογία, ενώ εξαιρούνται πλήρως τα φωτοβολταϊκά σε στέγες.
Βέβαια παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η εφαρμογή του μέτρου από μόνη της δεν αρκεί για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας βιομηχανίας. Τα νέα βιομηχανικά τιμολόγια που διαπραγματεύεται η ΔΕΗ με τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις είναι ακριβότερα από πέρυσι μετά και την κατάργηση της έκπτωσης 20% που ίσχυσε μέχρι φέτος. Παράλληλα το φυσικό αέριο για βιομηχανική χρήση, η τιμή του οποίου έχει υποχωρήσει λόγω της πτώσης των διεθνών τιμών, εξακολουθεί να επιβαρύνεται με έναν από τους υψηλότερους φόρους στην Ευρώπη, ενώ το ίδιο ακριβώς ισχύει για το πράσινο τέλος που φουσκώνει τους λογαριασμούς ηλεκτρισμού της βαριάς βιομηχανίας.
