Toυ Γιώργου Παπαγεωργίου
Με νέους δρακόντειους κανόνες και ριζικές αλλαγές στον τρόπο αξιοποίησης θα διατίθενται τα κοινοτικά κονδύλια της Ε.Ε., με βάση τον νέο κανονισμό για τα διαρθρωτικά ταμεία και το νέο πολυετές πλαίσιο για τον κοινοτικό προϋπολογισμό της περιόδου 2014-2020, που μπαίνουν σε εφαρμογή μετά και την ψήφισή τους από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την περασμένη εβδομάδα. Τα χρήματα θα είναι λιγότερα, η ευχέρεια επιλογής των πόρων από τις περιφερειακές αρχές περιορίζεται και, το κυριότερο, θεσπίζονται αυστηρότατοι κανόνες ελέγχου της αποτελεσματικότητας αλλά και επιστροφής των κονδυλίων όχι μόνο αν δεν απορροφώνται τα διαθέσιμα χρήματα αλλά και αν δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι.
Επιπλέον, για πρώτη φορά στην Ιστορία εισάγεται ο κανόνας της μακροοικονομικής αιρεσιμότητας. Σε περίπτωση όπου μια χώρα δεν σέβεται τους κανόνες για χαμηλά ελλείμματα και πολιτικές μείωσης του δημοσίου χρέους, η ροή των πόρων θα διακόπτεται. Το ίδιο θα συμβαίνει και εάν η χώρα δεν εφαρμόζει τις συστάσεις της Κομισιόν για τη δημοσιονομική πολιτική ή όταν δεν τηρούνται οι όροι που συνδέονται με την οικονομική βοήθεια από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Με λίγα λόγια, η Κομισιόν αποκτά ένα πρόσθετο εργαλείο πίεσης προς χώρες όπως η Ελλάδα, πέρα και ανεξάρτητα από τον έλεγχο που ασκείται μέσω της τρόικας.
Η Ελλάδα έχει διαθέσιμα για την περίοδο 2014-2020 14,3 δισ. ευρώ, ποσό πολύ χαμηλότερο από τα 20 δισ. ευρώ της προηγούμενης επταετίας. Το θετικό, πάντως, είναι ότι αποφεύχθηκε η μείωση του ποσοστού επιχορήγησης της Αττικής και της Κεντρικής Μακεδονίας με κοινοτικά κονδύλια στο 50% (παραμένουν στο 80% και χρειάζονται μόνο 20% εθνικής χρηματοδότησης), ενώ υιοθετήθηκε και ρήτρα που προβλέπει ότι για χώρες που βρίσκονται σε ύφεση και διαδικασία δημοσιονομικής προσαρμογής (όπως η Ελλάδα) το ποσοστό κοινοτικής χρηματοδότησης μπορεί να φθάσει και το 90%, κάτι που έγινε με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Αλλάζουν ριζικά οι διαδικασίες χορήγησης
Κατ’ αρχάς τα προγράμματα θα καταρτίζονται «από κάτω προς τα πάνω», δηλαδή όλα θα ξεκινούν από τις τοπικές αρχές και τις περιφέρειες. Θα υπάρχουν θεματικές προτεραιότητες και δέσμευση για συγκεκριμένους λίγους τομείς, όπου θα πρέπει να κατευθύνεται το 50%-80% των πόρων για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Θα υπάρχει ετήσιος έλεγχος εφαρμογής, επιστροφή κονδυλίων σε περίπτωση που δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι, αλλά και ένα αποθεματικό επίδοσης στόχων 6%. Επίσης, ο ΦΠΑ για πρώτη φορά θα είναι επιλέξιμη δαπάνη υπό προϋποθέσεις, ενώ οι πληρωμές προς τους δικαιούχους θα πρέπει να γίνονται μέσα σε 90 ημέρες από την πραγματοποίηση της δαπάνης.
Στην κατάρτιση των νέων περιφερειακών προγραμμάτων ο κανονισμός επιβάλλει τη λογική ότι δεν μπορούν να γίνονται τα πάντα, οπότε τα κονδύλια θα πρέπει να εστιάζουν σε έργα με συγκεκριμένη στόχευση και προσανατολισμό – αντίθετα δηλαδή με τις πρακτικές του παρελθόντος όπου χρηματοδοτούνταν «δρόμοι και πλατείες» χωρίς κάποιο σχέδιο ή κάποια αναπτυξιακή στόχευση, με γνώμονα, πολλές φορές, πελατειακές και μικροκομματικές σκοπιμότητες. Ετσι, προβλέπονται 11 θεματικές ενότητες που αποτελούν και τις αναπτυξιακές προτεραιότητες, ενώ κάθε περιφέρεια θα πρέπει να εστιάζει σε τέσσερις από αυτές κι εκεί να κατευθύνει και το μεγαλύτερο μέρος των πόρων (50%-80%). Οι 11 θεματικές ενότητες του νέου ΕΣΠΑ είναι:
1. Ενίσχυση έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης.
2. Βελτίωση ποιότητας και χρήσης τεχνολογίας πληροφορίας και επικοινωνιών.
3. Ανταγωνιστικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, του γεωργικού τομέα και του τομέα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας.
4. Μέτρα για μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε όλους τους τομείς.
5. Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
6. Προστασία του περιβάλλοντος.
7. Προώθηση των βιώσιμων μεταφορών και βελτίωση υποδομών δικτύου.
8. Προώθηση της απασχόλησης και της κινητικότητας της εργασίας.
9. Προώθηση της κοινωνικής ένταξης και καταπολέμηση της φτώχειας.
10. Επένδυση στην εκπαίδευση, στην απόκτηση δεξιοτήτων και στη διά βίου μάθηση.
11. Ενίσχυση της θεσμικής ικανότητας και αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης.
Φρένο στις δαπάνες από τις πλούσιες χώρες
Συνολικά, τα κονδύλια για τον προϋπολογισμό της Ε.Ε. την περίοδο 2014-2020 θα είναι, για πρώτη φορά στην Ιστορία, χαμηλότερα από την προηγούμενη επταετία και θα φτάσουν τα 960 δισ. ευρώ (μείωση κατά 3,5% σε πραγματικές πληρωμές). Στην Ε.Ε. καταρτίζεται ένα πολυετές χρηματοδοτικό πλαίσιο (για εφτά χρόνια) το οποίο καθορίζεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Συμβούλιο Υπουργών) και εγκρίνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι ετήσιοι προϋπολογισμοί κινούνται μέσα στο πλαίσιο αυτό και καταρτίζονται με βάση πρόταση της Κομισιόν, η οποία πρέπει να υιοθετηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο Υπουργών.
Η μείωση οφείλεται επί της ουσίας στην άρνηση των κυβερνήσεων των πλούσιων χωρών, κυρίως της Γερμανίας, της Ολλανδίας και της Βρετανίας, που πληρώνουν περισσότερα από όσα παίρνουν από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, να αυξήσουν τις συνεισφορές λόγω της κρίσης και της λιτότητας. Αντιθέτως, οι χώρες της Περιφέρειας, αλλά και η πλειονότητα των ομάδων του Ευρωπαϊκό Κοινοβουλίου ήθελαν αύξηση των κονδυλίων για να συμβάλει ο νέος προϋπολογισμός στην τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας εν μέσω της κρίσης που μαστίζει τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. «Ο προϋπολογισμός είναι μικρός, δεν αντιστοιχεί στους στόχους και τις ανάγκες που υπάρχουν αυτή την περίοδο», εξηγεί η ευρωβουλευτής της Ν.Δ. κυρία Ρόδη Κράτσα και συμπληρώνει: «Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οδηγήθηκε σε συμβιβασμό και, πάντως, κατάφερε να βελτιώσει την αρχική πρόταση και να εισαγάγει τη λογική της αναθεώρησης και των ενδιάμεσων προσαρμογών».
Ο προϋπολογισμός της Ε.Ε. διαμορφώνεται με διαδικασία συναπόφασης, μεταξύ της Κομισιόν, του Συμβουλίου Υπουργών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Θεωρητικά, το τελευταίο θα μπορούσε να απορρίψει τη μειωμένη πρόταση του Συμβουλίου Υπουργών.«Αν γινόταν κάτι τέτοιο, θα οδηγούμασταν σε κρίση προϋπολογισμού, πράγμα απαράδεκτο σε περίοδο οικονομικής κρίσης», λέει ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ κ. Γιώργος Σταυρακάκης και συνεχίζει: «Θα σταματούσαν κατά μεγάλο ποσοστό οι επενδύσεις σε πολλές χώρες, ανάμεσα σε αυτές και στην Ελλάδα. Το Ευρωκοινοβούλιο πέτυχε, όμως, έπειτα από 1,5 χρόνο διαπραγματεύσεων, να αυξήσει κατά 30 δισ. ευρώ το αρχικό κονδύλι» (σ.σ.: η αρχική πρόταση προέβλεπε μεγαλύτερη μείωση).
«Η όλη διαδικασία ήταν μια υποβάθμιση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε ένα θέμα κορυφαίας σημασίας, όπως ο προϋπολογισμός», πιστεύει ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Νίκος Χουντής και συνεχίζει: «Αντί να γίνει ουσιαστική συζήτηση μεταξύ των τριών θεσμών, το Συμβούλιο Υπουργών έφερε έτοιμο τον προϋπολογισμό, και το Ευρωκοινοβούλιο, ενώ αρχικά ήταν αρνητικό, στη συνέχεια αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Ο προϋπολογισμός αυτός σε καιρό κρίσης είναι ένα εργαλείο ανισότητας σε βάρος των ασθενέστερων χωρών, αλλά και άλλη μια ένδειξη αστάθειας της ευρωζώνης».