Του Δημήτρη Μαρκόπουλου
Ρήγμα στις σχέσεις της κυβέρνησης με φορείς της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας όπως η ΓΣΕΒΕΕ ή η ΕΣΕΕ που είχαν στηρίξει ή ανεχτεί τουλάχιστον τις πολιτικές επιλογές της, δημιουργεί η απόφαση επιβολής νέων σκληρών μέτρων στην ιδιωτική οικονομία.
Δεν είναι τυχαίο πως η διοίκηση της ΓΣΕΒΕΕ που είχε βοηθήσει τα μέγιστα ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ με την κριτική που είχε ασκήσει προεκλογικά στη ΝΔ μιλάει για «μεταλλαγμένο υφεσιακό πρόγραμμα» με τον πρόεδρο της κ. Γ. Καββαθά να υπογραμμίζει πως «κατά τη διάρκεια των 5 τελευταίων μηνών η ΓΣΕΒΕΕ στάθηκε κριτικός αρωγός της διαπραγματευτικής προσπάθειας για την επίτευξη μιας δίκαιης, βιώσιμης συμφωνίας που θα απελευθέρωνε τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας και θα ενίσχυε την κοινωνική συνοχή και την πολιτική σταθερότητα.
Παρά τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες που υπέστη η οικονομία από τη χρηματοπιστωτική ασφυξία και την οικονομική αβεβαιότητα- τα οποία αποτελούν ασφαλώς ευθύνη και των «φίλων» δανειστών- αναμέναμε ότι η διαπραγμάτευση θα μας οδηγούσε σε ένα καλύτερο σημείο ισορροπίας, δίνοντας ώθηση στην εγχώρια οικονομία και επαναφέροντας την κοινωνική ειρήνη.
Δυστυχώς, τα μέτρα που κατατέθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής, και τα οποία χαρακτηρίστηκαν από τους εταίρους ως μια «καλή και στέρεη βάση για συμφωνία», αποτελούν για την πλειονότητα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων εργαλείο κατεδάφισης του παραγωγικού ιστού της χώρας».
Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ και του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης αν και θεωρεί πως η συμφωνία πρέπει να υπογραφεί, υπογραμμίζει παράλληλα πως «πολλές από τις προβλέψεις της συμφωνίας επισωρεύουν επιπλέον οικονομικά βάρη στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και διατηρούν ένα καθεστώς λιτότητας και υπερφορολόγησης, που θα δυσκολέψει την ανάκαμψη της ελληνικής αγοράς το 2ο εξάμηνο του έτους, αφού ως γνωστό, η αγορά εκτός από κλίμα χρειάζεται και χρήμα». Και προσθέτει πως τα ισοδύναμα μέτρα των 7,9 δις ευρώ, που συμπεριλαμβάνονται στην ελληνική πρόταση, είναι πολύ βαρύς λογαριασμός για τη μεσαία τάξη της χώρας.
Οπως τονίζει ο αντιπρόεδρος του ΣΕΛΠΕ Αντώνης Ζαϊρης δύο θα είναι οι δραματικές επιπτώσεις μιας κακής συμφωνίας. Η απώλεια θέσεων εργασίας και η φυγή των επενδυτών καθώς μειώνονται με τους νέους φόρους ο προοπτικές κερδοφορίας. «Η αριστερή διακυβέρνηση αδυνατεί να βασίσει το μοντέλο της παραγωγικής ανασυγκρότησης στην ιδιωτική οικονομία και συντηρώντας το κομματικό της ακροατήριο επενδύει σε κοινωνικές ομάδες που κάθε άλλο παρά μπορούν να οδηγήσουν στην ανάπτυξη» τονίζει. Ο ίδιος αμφισβητεί την επίτευξη 1% πρωτογενούς πλεονάσματος (δηλαδή 1,5 δισ. Ευρώ σε απόλυτη οικονομική αποτύπωση0 κι αυτό λόγω των προβλημάτων της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Ο πρόεδρος της ΚΕΕ και του ΕΒΕΑ κ. Κωνσταντίνος Μίχαλος, με αφορμή τις ελληνικές προτάσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας, και αποτελούν την βάση για μια συμφωνία με τους εταίρους και πιστωτές, υποστήριξε πως «Οι προτάσεις, έστω κι αν αποτελούν προϊόν έντονων πιέσεων από μέρους των πιστωτών της χώρας, θα αποφέρουν ακριβώς το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα στην ελληνική οικονομία και την αγορά. Τα μέτρα είναι άκρως υφεσιακά, καθώς συνιστούν μια άγρια φοροεπιδρομή, κυρίως στις επιχειρήσεις, αλλά και γενικότερα στην κοινωνία.
Η αύξηση της φορολογίας των επιχειρήσεων από 26% σε 29% σε συνδυασμό με την αύξηση της προκαταβολής φόρου στο 100% είναι βέβαια ότι θα οδηγήσουν σε σωρεία νέων λουκέτων στην αγορά, με θύματα και αυτή τη φορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Και οι ισχυρότερες επιχειρήσεις, όμως, τιμωρούνται με επιπρόσθετο φόρο 12% στα κέρδη τους, πράγμα που σημαίνει ότι χάνουν στο «πηγάδι» του χρέους πολύτιμα κεφάλαια που θα μπορούσαν να διαθέσουν για νέες επενδύσεις. Βαρύ θα είναι και το πλήγμα στην απασχόληση, από την αύξηση των εργοδοτικών εισφορών που θα αποτελέσουν ισχυρό αντικίνητρο για νέα προσλήψεις.
Η κυβέρνηση, έστω και την τελευταία ώρα, θα πρέπει να αναθεωρήσει τις θέσεις της αυτές που βάλλουν κατά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της επιχειρηματικότητας και να αναζητήσει ισοδύναμα μέτρα, στην κατεύθυνση κυρίως της πάταξης της φοροδιαφυγής και του περιορισμού της κρατικής σπατάλης, όπου υπάρχει».
Όπως τονίζει ο Πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, Κωνσταντίνος Κόλλιας, «η πρόταση, που κατέθεσε η κυβέρνηση, εγείρει σοβαρούς κινδύνους για την ελληνική οικονομία. Το βάρος των μέτρων είναι – για πολλοστή φορά την τελευταία πενταετία – στην πλευρά των αυξήσεων φόρων και εισφορών και όχι στην περιστολή της σπατάλης και των άσκοπων δαπανών. Πρόκειται για πακέτο σκληρής λιτότητας, που πλήττει όλα τα εισοδήματα, μισθωτών, συνταξιούχων και ελευθέρων επαγγελματιών, είτε με άμεσο, είτε με έμμεσο τρόπο, και είναι απόρροια της σημαντικής και ανεξήγητης, εκ του αποτελέσματος, καθυστέρησης της κυβέρνησης – πέντε μήνες τώρα – στη διαπραγμάτευση. Είναι αμφίβολης εισπραξιμότητας, καθώς έρχονται να επιβληθούν σε φορολογούμενους – φυσικά και νομικά πρόσωπα -, η φοροδοτική ικανότητα των οποίων έχει ήδη εξαντληθεί. Τα βάρη καλείται να σηκώσει και πάλι κυρίως ο ιδιωτικός τομέας και οι συνεπείς φορολογούμενοι».

