Στην απόφαση εξαίρεσης των επιχειρήσεων που συνεργάζονται με την Κύπρο από την επιβολή φόρου 26% για συναλλαγές με χώρες που έχουν ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, φαίνεται πως προκρίνει η κυβέρνηση.
Kυπριακές κυβερνητικές πηγές αναφέρουν, όπως σημειώνει η Καθημερινή, πως τις επόμενες ημέρες το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών θα ανακοινώσει την παραπάνω απόφαση, η οποία θα εξαιρεί την Κύπρο από την εν λόγω ρύθμιση και θα προβλέπει ότι στις υποθέσεις που θα αποδεικνύεται από έγγραφα η νομιμότητα της συναλλαγής, θα παρέχεται η δυνατότητα απευθείας απαλλαγής από την υποχρέωση προκαταβολής φόρου 26%.
Στην εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι συνέβαλε τα μάλα η πρόσφατη επίσκεψη του Κύπριου Προέδρου, Νίκου Αναστασιάδη, στην Αθήνα και η συνάντησή του με τον Πρωθυπουργό αλλά και τον Πρόεδρο της ελληνικής Δημοκρατίας. Και στις δύο συναντήσεις το θέμα ήταν στην ατζέντα.
Επιχειρηματικοί φορείς και επιμελητήρια επισημαίνουν ότι η διάταξη ανοίγει θέματα αθέμιτου ανταγωνισμού, αφού πρώτα παρακρατείται ο υπέρογκος φόρος του 26% και μετά αποδεικνύεται η νομιμότητα ή μη της αυθεντικότητας της συναλλαγής. Αυτό, όπως λένε, θα αναγκάσει πολλές επιχειρήσεις που έχουν νόμιμες συναλλαγές με χώρες, όπως η Κύπρος ή η Βουλγαρία, που έχουν προνομιακά φορολογικά καθεστώτα, να διακόψουν για να αποφευχθεί η καταβολή μεγάλων ποσών προς το Ελληνικό Δημόσιο ως παρακράτηση.
Εξάλλου και ο υπουργός Οικονομικών της Βουλγαρίας, Βλάντισλαβ Γκοράνοφ, απέστειλε επιστολή τον προς τον Ευρωπαίο επίτροπο Οικονομικών Υποθέσεω, Πιερ Μοσκοβισί, ενημερώνοντας ότι στην Ελλάδα πρώτα φορολογούν με 26% επιχειρηματικές συναλλαγές στη χώρα του και μετά προσπαθούν να αποδείξουν το παράνομο της συναλλαγής. Ανέφερε δε ότι το μέτρο κάνει διακρίσεις, ενώ προχώρησε κι ένα βήμα παρα πέρα, προειδοποιώντας για “επιδείνωση των διμερών οικονομικών σχέσεων” Ελλάδας – Βουλγαρίας.
Υπενθυμίζεται ότι την εν λόγω ρύθμιση είχε εξαγγείλει ο ίδιος ο πρωθυπουργός στο πλαίσιο της πρόθεσης της Κυβέρνησης να καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή.
Ο νόμος προέβλεπε ότι όλες οι ελληνικές επιχειρήσεις που εμφανίζουν στα βιβλία τους, ποσά δαπανών τα οποία καταβλήθηκαν σε επιχείρηση που εδρεύει σε χώρα «με προνομιακό φορολογικό καθεστώς», θα υποχρεώνονται να πληρώσουν παρακράτηση φόρου 26% επί των δαπανών αυτών. Μόνον εφόσον η ελληνική επιχείρηση μπορούσε να αποδείξει, σε διάστημα τριών μηνών ότι πρόκειται περί πραγματικής συναλλαγής, σε συνήθεις τρέχουσες τιμές αγοράς, θα δικαιούται να πάρει πίσω τον καταβληθέντα φόρο. Επί της ουσίας, η κάθε δαπάνη δεν θα αναγνωρίζεται μέχρι οι επιχειρήσεις καταφέρουν να αποδείξουν ότι οι συναλλαγές είναι πραγματικές και όχι «εικονικές».
