Του Παναγιώτη Μαρκίδη
Επιφυλακτικός ως προς την αποτελεσματικότητα των μέτρων επιβολής των ηλεκτρονικών συναλλαγών εμφανίζεται ο κ. Γιώργος Δρυμιώτης, διευθύνων σύμβουλος της Cardlink. «Οι ενέργειες για την προώθησή τους δεν μπορεί να είναι μέτρα-διαταγές. Στους φορολογούμενους δεν μπορείς να δώσεις τόσο ικανά κίνητρα για να επιβάλουν ως καταναλωτές τη χρήση των καρτών. Χρειάζονται καταρχάς μέτρα προσανατολισμένα στις επιχειρήσεις, τα οποία να ωθούν σε αλλαγή συμπεριφοράς», λέει στο «business stories».
Κοιτώντας πρώτα προς την πλευρά των επιχειρήσεων, υποστηρίζει ότι τα κίνητρα πρέπει είναι καταρχάς φορολογικά, αφού πολλοί, κατά κύριο λόγο μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και επαγγελματίες, δυσκολεύονται ακόμα να κατανοήσουν το υψηλό κόστος από τη χρήση των μετρητών. «Μια πρόταση είναι όσο αυξάνονται τα έσοδα μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής και καρτών να μειώνεται ο φορολογικός συντελεστής. Από τη στιγμή που έχεις ένα μεγάλο μέρος των εσόδων βεβαιωμένο, είναι θεμιτό να δώσεις κίνητρο στην επιχείρηση. Επίσης, είναι καίριο το θέμα της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, ειδικά μεταξύ των επιχειρήσεων. Και για τον αποτελεσματικό συμψηφισμό του ΦΠΑ, όπου υπάρχουν τα γνωστά προβλήματα φοροκλοπής. Αν τα βεβαιωμένα ηλεκτρονικά έξοδα μιας επιχείρησης είναι λιγότερα από τα βεβαιωμένα ηλεκτρονικά έσοδα, τότε η επιχείρηση θα πρέπει να δικαιολογήσει το πώς χρηματοδοτείται η λειτουργία της. Με τέτοια μέτρα θα έρθουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις να επιδιώξουν την ηλεκτρονικοποίηση των συναλλαγών, θέλοντας να εκμεταλλευτούν πραγματικά οφέλη», τονίζει ο κ. Δρυμιώτης.
Υπερδιπλάσιες συναλλαγές
Αναλύοντας τα συνολικά στοιχεία του προηγούμενου τριμήνου, προκύπτει ότι η ζήτηση από την πλευρά των επαγγελματιών και των επιχειρήσεων για POS τερματικά έχει αυξηθεί. Οι περιορισμοί στην κίνηση των μετρητών, μετά την επιβολή των capital controls, υπερδιπλασίασαν τις συναλλαγές με κάρτες που για πρώτη φορά έφτασαν σε διψήφιο ποσοστό επί του συνόλου. Πιο εντυπωσιακή είναι η αύξηση των πληρωμών με κάρτες εκεί που υπήρχαν ήδη POS, και πιο συγκεκριμένα στις μεγάλες αλυσίδες λιανικής, στην επαρχία και τις τουριστικές περιοχές. «Σίγουρα μπορούν να αυξηθούν ακόμα περισσότερο, αφού παρά το τι έχει συμβεί δεν έχουμε πλησιάσει τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Εχουμε πολύ δρόμο ακόμα, αν και από την ελληνική αγορά δεν λείπουν οι κάρτες. Εχουμε σχεδόν το ίδιο πλήθος καρτών ανά κάτοικο με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η Ελλάδα όμως είχε τις λιγότερες συναλλαγές ανά κάτοικο με την υψηλότερη μέση αξία ανά συναλλαγή, περίπου στα 80 ευρώ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο μισό. Ο καταναλωτής στην Ελλάδα δεν χρησιμοποιούσε κάρτα για τις καθημερινές του πληρωμές. Αυτό πλέον αλλάζει», παρατηρεί ο διευθύνων σύμβουλος της Cardlink.
Η εταιρεία, που ανήκει στον όμιλο Quest, λειτουργεί σήμερα το μεγαλύτερο δίκτυο τερματικών POS για πραγματοποίηση συναλλαγών με κάρτες στην Ελλάδα. Τα τερματικά της δίνουν ευελιξία στις επιχειρήσεις και βρίσκονται σε περισσότερα από 88.000 σημεία.
Οπως υποστηρίζει ο ίδιος, η υποχρεωτική χρήση καρτών για συναλλαγές πάνω από κάποιο όριο δεν είναι σίγουρο ότι θα έχει αποτελέσματα και επίσης δεν θα διευκολύνει την επιστροφή των μετρητών στο τραπεζικό σύστημα. Μετρητά που σήμερα βρίσκονται κρυμμένα και θαμμένα εδώ κι εκεί. «Ενας τρόπος για να έρθουν πίσω είναι να καταναλωθούν σταδιακά. Αρα, βάζοντας περιορισμούς δυσχεραίνεις αυτή τη διαδικασία. Δεύτερον, δεν μπορεί να θεωρείται “παράνομος” αυτός που έχασε την κάρτα του και θέλει να κάνει μια συναλλαγή ή όταν πράγματι υπάρχει τεχνικό πρόβλημα με το τερματικό. Αν επιβάλεις μέτρα τα οποία δεν μπορείς να εφαρμόσεις ή έχουν εξαιρέσεις, ο πολίτης παύει να πιστεύει σε αυτό που λες.
Χρειάζονται μέτρα που να ωθούν στην αλλαγή της συμπεριφοράς όλων των μερών -καταναλωτών και επιχειρήσεων- και όχι αφορισμοί. Αν τα ιατρικά έξοδα που έχουν πληρωθεί με κάρτα εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα, τότε ο κόσμος είναι αυτός που θα πιέσει τους γιατρούς να βάλουν μηχανήματα συναλλαγών. Οταν ο καταναλωτής συνειδητοποιήσει ότι ένας τρόπος πληρωμής τον εξυπηρετεί, τότε θα απαιτήσει τη χρήση του και η ζήτηση θα βοηθήσει να διαμορφωθεί η αγορά. Δεν μπορείς όμως να επιβάλεις σε κάποια εκατομμύρια καταναλωτών να αλλάξουν μονομιάς από αύριο τη συμπεριφορά τους».
Αιτία η φοροδιαφυγή
Ωστόσο, για τη συνειδητή άρνηση χρήσης των καρτών, από μερίδα επιχειρήσεων και καταναλωτών, επιμένει ότι είναι καθαρά ζήτημα φοροδιαφυγής και όχι ανασφάλειας, που πράγματι μπορεί να νιώθουν κάποιοι όταν πρόκειται να χρησιμοποιήσουν ένα νέο σε αυτούς μέσο πληρωμής. «Με τον ΦΠΑ στο 23% και τον φόρο στο 29%, το μισό ποσό μιας συναλλαγής, το κίνητρο είναι μεγάλο. Και οι συνθήκες για φοροδιαφυγή είναι ευνοϊκές – ειδικά όταν αναφερόμαστε σε ελεύθερους επαγγελματίες. Και δεν είναι μόνο οι γιατροί, οι οποίοι στοχοποιήθηκαν πρόσφατα και αντέδρασαν».
Μικρότερες προμήθειες
Μιλώντας για το θέμα των προμηθειών επί των συναλλαγών με κάρτες, το οποίο πολύ συχνά εμφανίζεται ως ανασταλτικός παράγοντας αποδοχής τους, κυρίως από την πλευρά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ο κ. Δρυμιώτης συμφωνεί ότι η μείωσή τους θα βοηθούσε στην περαιτέρω αύξηση του όγκου των συναλλαγών. «Αναπαράγεται ένα νούμερο της τάξης του 2%, το οποίο όμως δεν είναι ο μέσος όρος. Μπορεί για κάποιες επιχειρήσεις με μικρό τζίρο η προμήθεια να είναι στο 1,8%. Στο 2% και πάνω κυμαίνεται η προμήθεια για κάποιες σχετικά λίγες κάρτες -AMEX και Diners-, οι οποίες λειτουργούν με άλλες παροχές προς τους κατόχους τους», εξηγεί και συνεχίζει: «Στην πραγματικότητα η μέση προμήθεια είναι κοντά στο 1,5% και με τις αλλαγές που έρχονται στο καθεστώς των προμηθειών στην Ευρωπαϊκή Ενωση θα μειωθεί στο 1% με 1,2% μέσο όρο. Τιμές που είναι συγκρίσιμες με το κόστος διαχείρισης των μετρητών. Και εκεί, ιδιαίτερα πολλοί μικροί επιχειρηματίες έχουν τη λανθασμένη εντύπωση ότι η διαχείριση των μετρητών δεν έχει κόστος. Ακόμα όμως και όταν συμβεί μια ληστεία ή τα μέτρα που λαμβάνονται προληπτικά, ανεβάζουν το κόστος για όλους. Συνυπολογίζοντας λοιπόν το συνολικό κοινωνικό κόστος, μπορεί να υπερβαίνει αυτό της προμήθειας επί των συναλλαγών με κάρτες πληρωμών».
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με μελέτες, το κόστος χρήσης του μετρητού κυμαίνεται από 0,7% έως 1,8%.
«Το τοπίο στη λιανική αλλάζει»
e-Σύγκλιση
Ο διευθύνων σύμβουλος της Cardlink, Γιώργος Δρυμιώτης, επισημαίνει ότι στην καθυστέρηση εξάπλωσης των συναλλαγών με κάρτες πληρωμών συνετέλεσε και το μοντέλο με το οποίο οι τράπεζες έδιναν τα POS στις επιχειρήσεις, μοιράζοντας δωρεάν σε κάποιους μεγάλους πελάτες τους μοντέλα τερματικών χαμηλού κόστους και αφήνοντας χωρίς κάλυψη το μεγαλύτερο κομμάτι της αγοράς. «Ολα αυτά βέβαια είχαν ήδη αρχίσει να αλλάζουν τα τελευταία χρόνια. Πλέον προχωράμε και κατανοούμε ότι η υποδομή αποδοχής συναλλαγών είναι ευθύνη της κάθε επιχείρησης και το όποιο κόστος εντάσσεται σε αυτό του πάγιου εξοπλισμού. Οπως αν δεν έχεις ταμειακή μηχανή, εφόσον θέλεις να είσαι νόμιμος, δεν μπορείς να πουλήσεις. Αρα, εφόσον οι ηλεκτρονικές συναλλαγές αυξάνονται πλέον με ταχύτατο ρυθμό, μια επιχείρηση ή ακόμα και ένας επαγγελματίας χωρίς POS θα δυσκολεύεται να εξυπηρετήσει τον πελάτη του. Και βέβαια, υπάρχουν πιο προσιτές λύσεις, με συσκευές (τα Mobile POS) που συνδέονται με το smartphone ή το tablet. Η τεχνολογία από μόνη της έρχεται και δίνει λύσεις σε αυτά τα ζητήματα», τονίζει. Παράλληλα, οι ψηφιακές ταμειακές μηχανές αλλάζουν το τοπίο στην εξυπηρέτηση του πελάτη. Πλέον, η ταμειακή δεν είναι μόνο ένα εργαλείο για να κοπεί μια απόδειξη, αλλά το μέσο αποτελεσματικότερης διαχείρισης του πελάτη από την πλευρά της επιχείρησης. «Να τον αναγνωρίσεις, να τον ανταμείψεις για την αφοσίωσή του, να του επιτρέψεις να πληρώσει εκεί που βρίσκεται μέσα στο κατάστημα, χωρίς να χρειάζεται να φτάσει στο ταμείο. Η εξυπηρέτηση μέσα στο φυσικό κατάστημα εξελίσσεται και αποκτά στοιχεία από το ψηφιακό περιβάλλον. Η σύγκλιση των δύο κόσμων είναι ήδη ορατή. Το τοπίο στη λιανική αλλάζει και αυτή η αλλαγή ορίζεται από τις τεχνολογικές εξελίξεις και την ανάγκη για καλύτερη εξυπηρέτηση του πελάτη».
