Τη δεύτερη θέση στον κλάδο των αναψυκτικών τύπου Cola βάζει στόχο πλέον η Green Cola, η εταιρεία που ξεκίνησε από την Ορεστιάδα και σημειώνει διψήφιο ρυθμό ανάπτυξης την ώρα που το σύνολο της αγοράς υποχωρεί για μία ακόμη χρονιά.
Με μερίδιο 5,5% στην συγκεκριμένη αγορά η εταιρεία βρίσκεται στην τρίτη θέση πλέον και ο νέος εκτελεστικός Πρόεδρος κ. Γιάννης Χήτος, θεωρεί θέμα μηνών να περάσει η Green Cola στη δεύτερη θέση, αφήνοντας πίσω την Pepsico Ηβη
Αυτή η δυναμική ανάπτυξη μάλιστα ήταν και το μεγάλο κίνητρο για τον κ. Χήτο να επενδύσει στην Green Cola συμμετέχοντας με 3 εκατ. ευρώ στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και κατέχοντας πλέον το 25% της εταιρείας.
Ο γνωστός επιχειρηματίας (Ζαγόρι – Fix Hellas) μάλιστα σε ενημέρωση των δημοσιογράφων άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο αύξησης του ποσοστού του, πάντα όμως σε συνεννόηση με τους βασικούς μετόχους, την οικογένεια Βενιέρη,
Προς το παρόν τα 3 εκατ. ευρώ που έβαλε στην εταιρεία θα χρησιμοποιηθούν για την υλοποίηση της πρώτης φάσης του πενταετούς επενδυτικού πλάνου που έχει καταρτισθεί και το οποίο, μεταξύ άλλων, αφορά στην κυκλοφορία νέων αναψυκτικών με γεύση, επενδύσεις σε ψυγεία και άλλο υποστηρικτικό υλικό (όπως ποτήρια, σουβέρ, ομπρέλες) για την επέκταση στην «κρύα αγορά» (εστιατόρια, περίπτερα, μίνι μάρκετ κ.ά.) από το 2016, αλλά και την ανάπτυξη στην Ανατολική Ευρώπη.
Ο κ. Χήτος εμφανίστηκε σίγουρος για την επιτυχία του εγχειρήματός του και τόνισε πως τα προϊόντα της Green Cola Hellas έχουν τεράστιο μέλλον στο εξωτερικό. Αυτό υπογράμμισε και ο Περικλής Βενιέρης, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «η Green Cola είναι ένα ελληνικό προϊόν που θα μας κάνει περήφανους».
Αναλύοντας τη στρατηγική της εταιρείας, τα στελέχη της επισήμαναν ότι για τις διεθνείς αγορές θα ακολουθηθεί το μοντέλο του «franchisee», δηλαδή η ανάθεση σε τοπικό «παίκτη» της άδειας παραγωγής και εμπορίας των προϊόντων, ένα μοντέλο που εφαρμόζεται ήδη με θετικά αποτελέσματα σε Κύπρο και Σερβία, ενώ στην Ελλάδα δεν αποκλείεται η σύναψη νέων συμφωνιών με διάφορα εμφιαλωτήρια ανά την επικράτεια για την παραγωγή των προϊόντων με τη μορφή «outsourcing».
Στόχος είναι να διατηρηθούν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης των πωλήσεων και να διευρυνθούν τα μερίδια αγοράς και το δίκτυο διανομής.
Οι πωλήσεις το 2009 ανήλθαν σε 9 εκατ. ευρώ, ενώ το 2015 αναμένεται να φθάσουν τα 15 εκατ. ευρώ, με απώτερο στόχο να ανέλθουν στα 80 εκατ. ευρώ έως το 2020.
