Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα κάνει σήμερα Τετάρτη μια νέα προσπάθεια για το μοίρασμα του κόστους των μελλοντικών διασώσεων των τραπεζών, θέτοντας σε εφαρμογή ένα καθεστώς για την απαλλαγή των φορολογούμενων από τις περαιτέρω διασώσεις.
Οι υπουργοί Οικονομικών των 27 χωρών της Ευρωζώνης θα συναντηθούν την Τετάρτη το βράδυ για συνομιλίες που προοιωνίζονται σκληρές, μετά τις ολονύκτιες διαπραγματεύσεις στο Λουξεμβούργο το περασμένο Σαββατοκύριακο που οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο από την γαλλο-γερμανική διαφωνία.
Η Γαλλία και η Γερμανία διαφωνούν σχετικά με τα περιθώρια των κυβερνήσεων κατά την εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ οι οποίοι ορίζουν τον τρόπο που οι μέτοχοι, οι ομολογιούχοι και οι καταθέτες με πάνω από 100.000 ευρώ θα πρέπει να μοιραστούν το βάρος της κατάρρευσης μιας τράπεζας.
Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας, οι υπουργοί που συνεδρίασαν την παραμονή της διάσκεψης κορυφής των ηγετών της ΕΕ στις Βρυξέλλες βρίσκονται υπό πίεση για να δείξουν ότι κινούνται προς την αντιμετώπιση της διεθνούς τραπεζικής κρίσης.
Η επιβολή ζημιών σε μεγαλοκαταθέτες εφαρμόστηκε για πρώτη φορά κατά το σχέδιο διάσωσης της Κύπρου τον περασμένο Μάρτιο και σηματοδότησε μια δραματική αλλαγή στο πώς η Ευρώπη διαχειρίζεται πλέον τις προβληματικές τράπεζες, αφού προηγουμένως χρησιμοποιούσε τα χρήματα των φορολογουμένων.
“Εκείνοι που κάνουν επισφαλείς επενδύσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα θα πρέπει επίσης να βρίσκονται αντιμέτωποι με αυτούς τους κινδύνους εάν κάτι πάει στραβά,” δήλωσε ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών και επικεφαλής του Eurogroup, Jeroen Dijsselbloem.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διέθεσε περίπου το ένα τρίτο της οικονομικής παραγωγής της για τη διάσωση τις τραπεζών της μεταξύ 2008 και 2011, με τη χρήση χρημάτων των φορολογούμενων σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσει την κρίση.
Ο νέος εποπτικός ρόλος της ΕΚΤ αποτελεί προϋπόθεση της τραπεζικής ένωσης η οποία θα έχει στόχο να ελέγχει και να στηρίζει τις τράπεζες ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στη ζώνη του ευρώ.
Η Γαλλία υποστηρίζει ότι οι νέοι κανόνες της ΕΕ θα πρέπει να επιτρέπουν στις χώρες μεγαλύτερη ευχέρεια να αποφασίζουν πώς οι πιστωτές των τραπεζών θα αντιμετωπίζονται. Η Γερμανία, από την άλλη, πιέζει για αυστηρότερους κανόνες όπου όλοι θα ακολουθούν ένα συμφωνημένο πρότυπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.