Κόκκινη γραμμή στην περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ την ώρα που οργιάζουν οι φήμες περί επικείμενης μείωσης των επιτοκίων βάζει η Γερμανία με τον υπ. Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (στο κέντρο της φωτ.) να διαμηνύει ότι «ήδη έχουν γίνει πολλά» και τον Γερμανό Κεντρικό Τραπεζίτη Γενς Βάιντμαν (αριστερά στη φωτ.) να δηλώνει ότι «δεν πρέπει να περιμένουμε πολλά στην κατεύθυνση μίας μείωσης των επιτοκίων».
Οι δυο τους αν και βρέθηκαν στο προσκήνιο της φετινής εαρινής Συνόδου του ΔΝΤ με τις πιέσεις των υπολοίπων χωρών του G20 να ασκούν πιέσεις προς τη χαλάρωση της λιτότητας στην Ευρώπη βλέποντας τον κίνδυνο να εισέλθουν σε ύφεση οι περισσότερες αναπτυγμένες οικονομίες, προέταξαν ότι ήδη υπάρχει μία κατεύθυνση χαλάρωσης των όρων της λιτότητας αναφέροντας τον επιπλέον χρόνο που πλέον έχει δοθεί στην Ελλάδα και προσφάτως σε Ιρλανδία και Πορτογαλία.
Όμως αρνούνται να δώσουν επιπλέον περιθώριο στην ΕΚΤ να ελιχθεί προς αντιμετώπιση του καίριου προβλήματος της χρηματοδότησης του ευρωπαϊκού νότου.
Και αυτό σε μία κρίσιμη περίοδο κατά την οποία ελλείψει ρευστού Ελλάδα και Ισπανία βιώνουν τη δική τους «Μεγάλη Ύφεση» και την Πορτογαλία να ακολουθεί.
“Υπάρχει πολύ χρήμα στην αγορά, κατά τη γνώμη μου, πάρα πολύ χρήμα”, είπε. “Αν η ΕΚΤ επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί τα περιθώρια που έχει για να μειώσει λίγο αυτή τη μεγάλη ρευστότητα, θα ήταν ευπρόσδεκτο”, δήλωσε ο κ. Σόιμπλε προκαλώντας αναταράξεις στις αγορές την περασμένη Παρασκευή.
Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι τα περιθώρια κινήσεων της ΕΚΤ είναι περιορισμένα, εξαιτίας της κρίσης στη Ν. Ευρώπη.
Πραγματικά, η ΕΚΤ συζήτησε στην τελευταία συνεδρίασή της όχι την αύξηση των επιτοκίων που ζητά ο Σόιμπλε, αλλά τη μείωσή τους.
Ο Μάριο Ντράγκι προβληματίζεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι οι μέχρι σήμερα μειώσεις επιτοκίων δεν καταφέρνουν να “περάσουν” στην πραγματική οικονομία της περιφέρειας, όπου οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πασχίζουν να επιβιώσουν σε συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας.
Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τη συνεδρίαση του G 20 στην Ουάσιγκτον ο Πρόεδρος της ΕΚΤ σχολίασε τις ανισορροπίες εντός της Ευρωζώνης αναγνωρίζοντας το πρόβλημα της μη συμμετρικής χορήγησης πιστώσεων.
“Οι τράπεζες έχουν πολύ καλύτερες συνθήκες για τη χρηματοδότησή τους αλλά δεν δανείζουν στον ίδιο βαθμό” σημείωσε ο πρόεδρος της ΕΚΤ, προσθέτοντας ότι “οι τράπεζες έχουν αμφιβολίες για τη φερεγγυότητα των πελατών τους, φοβούνται ότι οι πελάτες δεν θα ξεπληρώσουν τα χρέη τους” .
Ωστόσο διευκρίνισε ότι ο βασικός λόγος απουσίας πιστώσεων στην ευρωζώνη, κυρίως στις πιο “ευπαθείς” χώρες είναι η “έλλειψη ζήτησης” λόγω του οικονομικού μαρασμού.
Και αν ο ίδιος άφησε ένα υπονοούμενο ότι θα εξεταστεί σοβαρά στην επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ πιθανή μείωση επιτοκίων, ο διοικητής της Bundesbank, Γενς Βάιντμαν έσπευσε να ξεκαθαρίσει τη θέση του:«
Η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να επιλύσει δομικά προβλήματα στην Ευρωζώνη». Υπογράμμισε δε ότι δεν είναι λύση η ΕΚΤ να ρίχνει περισσότερο χρήμα στις αγορές.
Ερωτηθείς δε τι μπορεί να κάνει η ΕΚΤ για να ενθαρρύνει το δανεισμό μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στη νότια Ευρώπη, ο Βάιντμαν απάντησε ότι «τα υψηλά επιτόκια γι αυτές τις εταιρείες πιθανόν δείχνουν απλά τον πιστωτικό κίνδυνο που κρύβεται» και ότι «δεν είναι δουλειά της κεντρικής τράπεζας να επηρεάζει τις αγορές για τέτοιου είδους θέματα».
Σημείωσε μάλιστα ότι «αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρέχουμε ρευστότητα. Αυτό ήδη το έχουμε κάνει με δύο μακροπρόθεσμα δάνεια που βοήθησαν να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της Ευρωζώνης.
Ωστόσο όλοι αναγνωρίζουν, και η ίδια η ΕΚΤ, ότι βασικός στόχος θα πρέπει να είναι η ενίσχυση των συνθηκών τραπεζικής χρηματοδότησης στις περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης, όπου εντάσσεται και η Ελλάδα. Και φυσικά να περάσει η μείωση του κόστους χρήματος σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, όπως συνέβη και με τις τράπεζες.
Σύμφωνα με την Goldman Sachs οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες που δανείζονται από τις αγορές δεν έχουν πρόβλημα να μειώσουν τα επιτόκια και να ενισχύσουν την πραγματική οικονομία. Τίθεται όμως το ερώτημα εάν η ήδη υπάρχουσα αδυναμία ανάκαμψης στον πυρήνα, με τις τόσο ομαλές συνθήκες ρευστότητας, μπορεί να βρει λύση μόνο με μείωση επιτοκίων της ΕΚΤ για τις χώρες της περιφέρειας.
Κεντρικό ζήτημα παραμένει το γεγονός ότι οι περιφερειακές εγχώριες τράπεζες, όπως οι ελληνικές, εξαρτώνται από την ΕΚΤ. Το δε πρόβλημα καταδείχθηκε από τις εξελίξεις στην Κύπρο και υπάρχουν πολύ μικρές αποδείξεις, στο ότι μια μείωση του κόστους του χρήματος για τις περιφερειακές τράπεζες, θα μπορούσε να περάσει σε χαμηλότερα κόστη χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Εκεί, τα κόστη χρηματοδότησης παραμένουν ιδιαίτερα ψηλά, όπως συμβαίνει άλλωστε στην ελληνική οικονομία, όπου κυμαίνονται από 8% έως 14% και δεν δείχνουν δυνατότητες μείωσης.
Έτσι η Goldman θεωρεί ότι μία πιθανή απόφαση για μείωση επιτοκίων από την ΕΚΤ θα δικαιολογείται περισσότερο από μια λογική πολιτικής απόφασης για να κερδίσει χρόνο, ώστε να διαμορφωθούν οι ικανές συνθήκες που θα βοηθήσουν στην ενίσχυση των περιφερειακών οικονομιών.
Μεταξύ άλλων η Goldman Sachs θεωρεί πως αποτελεσματική βοήθεια θα προέλθει από προγράμματα αναπτυξιακής στήριξης, με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων σε συνεργασία με τις εθνικές κυβερνήσεις και τις δημοσιονομικές τους πολιτικές.
Στ. Μορ.