Μεγάλες ανισότητες στην καταναλωτική δύναμη των Ευρωπαίων αποκαλύπτουν τα στοιχεία της Eurostat, τα οποία αποτελούν βαρόμετρο για τη οικονομική ευχέρεια των νοικοκυριών.
Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η «ψαλίδα» είναι τόσο μεγάλη που στη Βουλγαρία η ιδιωτική κατανάλωση κατά κεφαλήν δεν ξεπερνά το 51% ενώ στο Λουξεμβούργο ανέρχεται στο 141% (στοιχεία 2014). Με ευρωπαϊκό μέσο όρο το 100%, το Λουξεμβούργο έχει το μεγαλύτερο ποσοστό, ενώ ακολουθεί η Δανία, η Μεγάλη Βρετανία, το Βέλγιο, η Φινλανδία, η Ολλανδία, η Γαλλία και η Σουηδία, χώρες που κατέγραψαν ποσοστά μεταξύ 10%-15% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Περίπου 12 κράτη μέλη βρίσκονται κατά 30% χαμηλότερα του μέσου όρου, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Συγκεκριμένα, Ιταλία και Ιρλανδία κυμαίνονται περίπου 10% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η Κύπρος, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Λιθουανία μεταξύ 10%-20% και η Μάλτα, η Σλοβακία, η Τσεχία, η Σλοβενία και η Πολωνία μεταξύ 20%-30%.
Τέλος έξι κράτη μέλη έχουν ποσοστά χαμηλότερα από τον μέσο όρο κατά 30%, όπως η Εσθονία, η Λετονία, η Ουγγαρία και η Κροατία (30%-40%) ενώ 43% έχει η Ρουμανία και περίπου 50% η Βουλγαρία.

