search icon

Ευρώπη

Ελαιόλαδο υπό αμφισβήτηση: Τα κενά στους εθνικούς ελέγχους ανησυχούν το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο

Με το 61 % της παγκόσμιας αγοράς, η ΕΕ κρατά τα ηνία στην παραγωγή ελαιολάδου - Η ΕΕ έχει θεσπίσει ολοκληρωμένους κανόνες για τους ελέγχους συμμόρφωσης, που όμως δεν εφαρμόζονται πλήρως από τα κράτη μέλη - Οι έλεγχοι για κατάλοιπα φυτοφαρμάκων στο ελαιόλαδο που παράγεται στην ΕΕ λειτουργούν ικανοποιητικά

Σύμφωνα με τη νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), οι αδυναμίες των συστημάτων ελέγχου του ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπονομεύουν την ποιότητα, την ασφάλεια και την ιχνηλασιμότητα του προϊόντος. Οι διαδικασίες ελέγχου του ελαιολάδου που προέρχεται από χώρες της ΕΕ για κατάλοιπα φυτοφαρμάκων είναι σαφείς και γενικά λειτουργούν ικανοποιητικά. Εντούτοις, οι έλεγχοι για άλλους επιμολυντές δεν είναι ανεπτυγμένοι στον ίδιο βαθμό, ενώ ορισμένοι κανόνες, όπως αυτοί που αφορούν την ανάμειξη ελαίων και τους ελέγχους ιχνηλασιμότητας, δεν είναι αρκετά σαφείς.

Το ελαιόλαδο αποτελεί εμβληματικό προϊόν για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός (61% της παγκόσμιας αγοράς), εξαγωγέας (65%) και καταναλωτής (45%) παγκοσμίως. Το ελαιόλαδο που παράγεται στην ΕΕ φημίζεται για την ποιότητα και τη γνησιότητά του, και η φήμη αυτή έχει μεγάλο οικονομικό αντίκρισμα. Οι καταναλωτές, από την άλλη πλευρά, βασίζονται στη διασφάλιση ότι το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και το ελαιόλαδο των λοιπών κατηγοριών συμμορφώνονται με τα υψηλά πρότυπα εμπορίας και τις απαιτήσεις για την ασφάλεια των τροφίμων που ισχύουν στην ΕΕ. Το ελαιόλαδο, λοιπόν, είναι ένα προϊόν που υπόκειται σε αυστηρή ρύθμιση και πρέπει να πληροί πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις προκειμένου να διατεθεί στην αγορά. Οι χώρες της ΕΕ έχουν οι ίδιες την ευθύνη της καθιέρωσης συστημάτων ελέγχου και της διενέργειας των ελέγχων. Το κλιμάκιο του ΕΕΣ εξέτασε κατά πόσο τα συστήματα ελέγχου που εφαρμόζονται στα διάφορα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ελαιόλαδο που πωλείται στην Ένωση είναι γνήσιο, ασφαλές και ιχνηλάσιμο.

«Οι καταναλωτές πρέπει να μπορούν να εμπιστεύονται την ποιότητα και τη γνησιότητα του ελαιολάδου που αγοράζουν», δήλωσε η Joëlle Elvinger, Μέλος του ΕΕΣ και αρμόδια για τον έλεγχο. «Οι κανόνες της ΕΕ, μολονότι αυστηροί, δεν εφαρμόζονται πάντοτε πλήρως. Η βελτίωση των ελέγχων και της ιχνηλασιμότητας, και η μεγαλύτερη σαφήνεια των κανόνων, είναι ουσιαστικής σημασίας για την προστασία όχι μόνο των καταναλωτών αλλά και της φήμης του ευρωπαϊκού ελαιολάδου».

Οι κανόνες της ΕΕ καθορίζουν ελάχιστες απαιτήσεις για την επισήμανση, την επαλήθευση της κατηγορίας του ελαιολάδου και τους ελέγχους για την παρουσία φυτοφαρμάκων. Ωστόσο, το ΕΕΣ διαπίστωσε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έλεγχοι συμμόρφωσης είναι ελλιπείς και ότι ορισμένα τμήματα της αγοράς ενίοτε εξαιρούνται από τις βάσει κινδύνου επιθεωρήσεις. Οι αδυναμίες αυτές δημιουργούν κενά στο σύστημα, που μπορούν να υπονομεύσουν την ποιότητα και, τελικά, την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.

Για τον έλεγχο του ελαιολάδου που προέρχεται από τις χώρες της ΕΕ για κατάλοιπα φυτοφαρμάκων υπάρχουν καθιερωμένες διαδικασίες που σπανίως φέρνουν στο φως περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Ωστόσο, οι έλεγχοι που αφορούν άλλους επιμολυντές χαρακτηρίζονται από ασυνέπεια και η προσέγγιση βάσει κινδύνου δεν τεκμηριώνεται πάντοτε. Μολονότι η ποσότητα του ελαιολάδου που εισάγεται στην ΕΕ αντιστοιχεί περίπου στο 9 % της ετήσιας παραγωγής της, στα κράτη μέλη που επισκέφθηκε το κλιμάκιο ελέγχου του ΕΕΣ, οι έλεγχοι για την παρουσία φυτοφαρμάκων και άλλων επιμολυντών στο εισαγόμενο ελαιόλαδο ήταν στην καλύτερη περίπτωση σποραδικοί.

Τα 27 κράτη μέλη εξετάζουν την πτυχή της ιχνηλασιμότητας σε διαφορετικό βαθμό στο πλαίσιο των ελέγχων συμμόρφωσης και ασφάλειας των τροφίμων. Για να ενισχύσουν τη διαφάνεια και να αποτρέψουν περιπτώσεις απάτης, κάποιες χώρες, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μητρώα για την παρακολούθηση της διαδρομής του ελαιοκάρπου και του ελαιολάδου κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού.

Όμως, το ΕΕΣ διαπίστωσε ότι η ιχνηλάτηση σε διασυνοριακό επίπεδο είναι δύσκολη, ιδίως όταν πρόκειται για ελαιόλαδο που δεν προέρχεται από μία μόνο χώρα της ΕΕ ή για ενωσιακό αναμεμειγμένο με άλλο από τρίτες χώρες. Επιπλέον, δεν υπάρχουν ολοκληρωμένοι κανόνες ή κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο ελέγχου της ιχνηλασιμότητας. Τέλος, ορισμένες νομικές απαιτήσεις, λόγου χάριν όσον αφορά την ανάμειξη ελαίων διαφορετικών ετών συγκομιδής ή διαφορετικών κατηγοριών, δεν είναι σαφείς, με συνέπεια οι πρακτικές να διαφέρουν από χώρα σε χώρα, κάτι που ενδέχεται συν τω χρόνω να έχει αντίκτυπο στην ποιότητα των προϊόντων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει ολοκληρωμένη εικόνα του τρόπου λειτουργίας των εθνικών συστημάτων ελέγχου. Η ετήσια αναφορά στοιχείων και οι συναντήσεις με τις εθνικές αρχές δεν επαρκούν πάντα για την ανταλλαγή όλων των σχετικών πληροφοριών, γεγονός που περιορίζει την ικανότητά της να τα παρακολουθεί αποτελεσματικά.

Exit mobile version