Η εύρεση μιας κατοικίας με κόστος που να μπορεί να υποστηρίξει ένας μέσος εργαζόμενος μετατρέπεται σταδιακά σε έναν από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους για εκατομμύρια Ευρωπαίους. Η απόσταση ανάμεσα στην αύξηση των ενοικίων και στην εξέλιξη των αποδοχών διευρύνεται χρόνο με τον χρόνο, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η στέγαση απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.
Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα μετά την πανδημία, οι τιμές των κατοικιών και των ενοικίων ακολούθησαν έντονα ανοδική πορεία, ενώ οι μισθολογικές αυξήσεις δεν κατάφεραν να καλύψουν το κενό. Το αποτέλεσμα είναι η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία να μετατρέπεται σε εξαίρεση για πολλές ευρωπαϊκές πόλεις και όχι σε δεδομένο δικαίωμα.
Νέα πανευρωπαϊκή ανάλυση, η οποία συνέκρινε το μηνιαίο κόστος ενοικίασης διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου στα κέντρα 127 πόλεων με τον μέσο καθαρό μισθό κάθε περιοχής, αποτυπώνει με σαφήνεια το μέγεθος του προβλήματος και αναδεικνύει τις περιοχές όπου η στεγαστική πίεση έχει φτάσει σε οριακά επίπεδα.
Η Λισαβόνα στην κορυφή της κρίσης
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση καταγράφεται στην πορτογαλική πρωτεύουσα. Στη Λισαβόνα, ένας εργαζόμενος με μέσες καθαρές αποδοχές περίπου 1.343 ευρώ χρειάζεται σχεδόν το σύνολο του μηνιαίου εισοδήματός του για να καλύψει το ενοίκιο ενός μικρού διαμερίσματος στο κέντρο της πόλης.
Το κόστος κατοικίας αντιστοιχεί στο 99,15% του καθαρού μισθού, αφήνοντας μόλις λίγα ευρώ διαθέσιμα για διατροφή, μετακινήσεις, λογαριασμούς και λοιπές καθημερινές ανάγκες. Πρόκειται για μια αναλογία που αναδεικνύει με τον πιο έντονο τρόπο τη δυσκολία πρόσβασης στη στέγη.
Στις επόμενες θέσεις των λιγότερο προσιτών πόλεων συναντώνται τα Τίρανα και το Κίεβο. Παρότι τα ενοίκια στην ουκρανική πρωτεύουσα είναι χαμηλότερα σε απόλυτους αριθμούς, η αναλογία τους προς τους μισθούς παραμένει εξαιρετικά δυσμενής.
Ο ευρωπαϊκός Νότος στο επίκεντρο
Ιδιαίτερα έντονη εμφανίζεται η κρίση στις χώρες της Νότιας Ευρώπης. Πόλεις όπως το Πόρτο, το Μιλάνο και η Μάλαγα βρίσκονται μεταξύ των περιοχών όπου η κατοικία έχει καταστεί δυσπρόσιτη για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Στη Μάλαγα, οι κάτοικοι δαπανούν περίπου τα τρία τέταρτα του διαθέσιμου εισοδήματός τους μόνο για την πληρωμή του ενοικίου. Αντίστοιχα, σε Βαλένθια και Βαρκελώνη το ποσοστό ξεπερνά το 70%, περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητα αποταμίευσης και κατανάλωσης.
Οι αναλυτές συνδέουν αυτή την εξέλιξη με την εντυπωσιακή άνοδο του τουρισμού, τη διεύρυνση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και την αυξανόμενη παρουσία ξένων εργαζομένων και ψηφιακών νομάδων, οι οποίοι διαθέτουν υψηλότερα εισοδήματα και ασκούν πρόσθετη πίεση στην αγορά κατοικίας.
Η διαφορετική εικόνα στη Βόρεια Ευρώπη
Στον αντίποδα, αρκετές πόλεις της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης εξακολουθούν να προσφέρουν σημαντικά καλύτερη ισορροπία ανάμεσα σε μισθούς και κόστος στέγασης.
Στη Γερμανία, για παράδειγμα, πόλεις όπως το Έσσεν, η Νυρεμβέργη, η Δρέσδη και το Μάνχαϊμ επιτρέπουν στους εργαζόμενους να διατηρούν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους μετά την πληρωμή του ενοικίου. Το Έσσεν αναδεικνύεται ως η πιο προσιτή πόλη της ευρωπαϊκής κατάταξης, καθώς το μέσο ενοίκιο αντιστοιχεί σε μόλις 18,9% των καθαρών αποδοχών.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η στεγαστική κρίση δεν πλήττει με τον ίδιο τρόπο ολόκληρη την ήπειρο, αλλά συνδέεται άμεσα με τις ιδιαιτερότητες κάθε αγοράς κατοικίας και εργασίας.
Η πίεση μεγαλώνει και στην Ελλάδα
Παρότι η Αθήνα δεν συγκαταλέγεται στις πιο ακραίες περιπτώσεις, οι εξελίξεις στην ελληνική αγορά κατοικίας ακολουθούν την ίδια κατεύθυνση με πολλές πόλεις της Μεσογείου.
Η ισχυρή τουριστική ανάπτυξη, η διεύρυνση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, η αυξημένη παρουσία ξένων επενδυτών και η περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων κατοικιών έχουν οδηγήσει σε διαρκείς αυξήσεις των ενοικίων τα τελευταία χρόνια.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο εξαιτίας του γεγονότος ότι οι ελληνικές αποδοχές παραμένουν χαμηλότερες σε σχέση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Για σημαντικό μέρος των νοικοκυριών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, το κόστος στέγασης απορροφά πλέον ποσοστά που ξεπερνούν το 40% ή ακόμη και το 50% του διαθέσιμου εισοδήματος, επίπεδα που θεωρούνται διεθνώς ιδιαίτερα επιβαρυντικά.
Οι μεγαλύτερες συνέπειες καταγράφονται στους νέους εργαζόμενους και στα νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος, τα οποία δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες χωρίς να περιορίζουν άλλες βασικές δαπάνες.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι σε μεγάλο μέρος της Νότιας Ευρώπης οι τιμές των ενοικίων διαμορφώνονται πλέον λιγότερο με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των μόνιμων κατοίκων και περισσότερο από τη ζήτηση που δημιουργούν επενδυτές, τουρίστες και εργαζόμενοι με εισοδήματα από το εξωτερικό. Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, η στεγαστική κρίση αναμένεται να εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας, επηρεάζοντας τόσο την ανάπτυξη όσο και τη συνοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Διαβάστε ακόμη
«Προσωπική διαφορά» στο Δημόσιο: Επεκτείνεται και στους προσληφθέντες
Μουντιάλ 2026 και χρηματιστήρια: Αρχίζει το ματς…
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
