search icon

Ευρώπη

Τα τρόφιμα ως στρατηγικό όπλο: Πώς αλλάζει η παγκόσμια πολιτική αποθεμάτων

Η επιστροφή των αποθεμάτων τροφίμων, από τη Φινλανδία έως την Ασία, αντανακλά γεωπολιτικούς και κλιματικούς φόβους, αλλά γεννά ερωτήματα για το κόστος, την αποτελεσματικότητα και τις παγκόσμιες συνέπειες

123rf.com

Η μνήμη ενός έθνους μπορεί να λειτουργήσει ως εγχειρίδιο επιβίωσης. Στη Φινλανδία, η ιστορική εμπειρία της πείνας και του πολέμου δεν έμεινε ποτέ απλώς στα βιβλία. Στα τέλη του 17ου αιώνα, ένας καταστροφικός λιμός, που προκλήθηκε από ένα ακραίο και απρόβλεπτο κλιματικό φαινόμενο, εξόντωσε περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού της χώρας.

Λίγα χρόνια αργότερα, στις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα, ο Μεγάλος Βόρειος Πόλεμος με τη Ρωσία επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση, διαλύοντας τη γεωργική παραγωγή και αποδυναμώνοντας την επισιτιστική ασφάλεια. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το 1726, η χώρα έλαβε μια στρατηγική απόφαση: άρχισε να αποθηκεύει συστηματικά σιτηρά, ώστε να μπορεί να θρέψει τον πληθυσμό της σε περίπτωση νέας κρίσης.

Τρεις αιώνες αργότερα, αυτή η λογική της πρόνοιας δεν αποτελεί πλέον φινλανδική ιδιορρυθμία. Αντιθέτως, μετατρέπεται σε οδηγό πολιτικής για ολοένα και περισσότερες κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ύστερα από δεκαετίες κατά τις οποίες πολλά κράτη εγκατέλειψαν τα αποθέματα τροφίμων, θεωρώντας ότι το παγκόσμιο εμπόριο αρκεί για να καλύψει κάθε ανάγκη, το εκκρεμές αλλάζει κατεύθυνση. Από τη Σουηδία και τη Νορβηγία μέχρι την Ινδία και την Ινδονησία, όλο και περισσότερες χώρες ενισχύουν ξανά τα στρατηγικά τους αποθέματα, αποθηκεύοντας ρύζι, σιτάρι και άλλα βασικά αγαθά. Στόχος τους είναι να θωρακιστούν απέναντι σε έναν κόσμο που αντιλαμβάνονται ως πιο ασταθή και λιγότερο προβλέψιμο.

Αυτό που επί χρόνια παρουσιαζόταν ως φινλανδική εξαίρεση –η διατήρηση εκτεταμένων αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης– αρχίζει σήμερα να μοιάζει σχεδόν διορατικό, όπως επισημαίνουν και οι New York Times. Η Νορβηγία αυξάνει εκ νέου τα αποθέματα σιτηρών της, ενώ η Σουηδία έχει ήδη ξεκινήσει τα πρώτα βήματα προς την ίδια κατεύθυνση.

Η επιστροφή της αποθεματοποίησης τροφίμων δεν είναι τυχαία. Έρχεται ως απάντηση σε μια αλληλουχία παγκόσμιων σοκ: την πανδημία του κορωνοϊού που αποκάλυψε τα όρια των εφοδιαστικών αλυσίδων, τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις συγκρούσεις στη Γάζα, τη Βενεζουέλα και το Ιράν, την κλιματική αστάθεια, αλλά και την εκ νέου «οπλοποίηση» του εμπορίου. Ταυτόχρονα, αυτή η στροφή αποκαλύπτει ένα βαθύτερο ρήγμα στον τρόπο με τον οποίο η παγκόσμια οικονομία αντιλαμβάνεται την ασφάλεια και την αυτάρκεια.

Για πολλές κυβερνήσεις, το συμπέρασμα είναι σαφές: οι αγορές δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται απολύτως αξιόπιστες σε περιόδους κρίσης. Τα τρόφιμα, όπως και η ενέργεια, αντιμετωπίζονται πλέον ως στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο, ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια και την κοινωνική σταθερότητα.

Απέναντι σε αυτή τη λογική, οικονομολόγοι και εκπρόσωποι του εμπορίου εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις. Προειδοποιούν ότι όταν πολλές χώρες συσσωρεύουν ταυτόχρονα τρόφιμα, υπάρχει ο κίνδυνος να περιοριστεί η παγκόσμια προσφορά, να αυξηθούν οι τιμές και να πληγούν δυσανάλογα οι φτωχότερες εισαγωγικές χώρες. Αυτό που στο εσωτερικό μιας χώρας μοιάζει με συνετή πρόληψη, μπορεί στο διεθνές επίπεδο να μετατραπεί σε πηγή αστάθειας.

«Οι σκανδιναβικές χώρες λειτουργούν συχνά ως βαρόμετρο των παγκόσμιων γεωπολιτικών κινδύνων», σημειώνει ο Φρέντερικ Νόιμαν, επικεφαλής οικονομολόγος της HSBC για την Ασία. Όπως τονίζει, ο βαθμός στον οποίο αυξάνουν τα αποθέματα τροφίμων αντανακλά το πόσο έντονη αντιλαμβάνονται τη γεωπολιτική πίεση. «Τα τρόφιμα μπορεί να είναι από τα πρώτα θύματα» της κλιμακούμενης έντασης και του προστατευτισμού, προειδοποιεί.

Όταν οι κυβερνήσεις αρχίζουν να παρεμβαίνουν, τα αμυντικά μέτρα εξαπλώνονται γρήγορα πέρα από τα σύνορα, προσθέτει. «Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιστραφεί αυτή η πορεία».

Το πραγματικό ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν οι κίνδυνοι έχουν αυξηθεί, αλλά αν η μαζική αποθεματοποίηση τροφίμων τους μειώνει ουσιαστικά. Αυτό επισημαίνει ο Τζόζεφ Γκλάουμπερ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος των ΗΠΑ στον τομέα της γεωργίας. Κατά την άποψή του, η διατήρηση αποθεμάτων έχει νόημα μόνο αν θεωρείται δεδομένο ότι το εμπόριο έχει πλήρως καταρρεύσει και ότι η πρόσβαση στις αγορές είναι εξαιρετικά δαπανηρή — κάτι που, όπως λέει, δεν ισχύει στον βαθμό που συχνά παρουσιάζεται.

Ακόμη και σε ακραίες συνθήκες, όπως ο αποκλεισμός της Διώρυγας του Σουέζ και οι εντάσεις στην Ερυθρά Θάλασσα, οι εξαγωγές προσαρμόστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Ακόμη και ο πόλεμος στην Ουκρανία, σημειώνει ο Γκλάουμπερ, έδειξε ότι το σιτάρι μπορεί να βρεθεί όταν υπάρχει πολιτική βούληση. Για τον λόγο αυτό, θεωρεί ότι για μεγάλους εξαγωγείς, όπως η Ινδία, η διατήρηση τεράστιων αποθεμάτων δεν έχει ιδιαίτερη οικονομική λογική.

Παρά τις πιέσεις της κλιματικής αλλαγής, πολλοί οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η παγκόσμια γεωργία εξακολουθεί να παράγει επαρκείς ποσότητες τροφίμων.

Ακριβή και επισφαλής λύση η αποθήκευση

Υπάρχουν, τέλος, και σοβαρά πρακτικά εμπόδια. Η αποθήκευση σιταριού είναι δαπανηρή και η διατήρησή του σε καλή ποιότητα, σε μεγάλη κλίμακα, ιδιαίτερα δύσκολη. Συχνά, τα αποθέματα υποβαθμίζονται και καταλήγουν να χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές ή για βιομηχανικούς σκοπούς.

Χαρακτηριστική είναι, όπως τονίζεται, η εμπειρία της Κίνας την περίοδο 2008–2016. Τα τεράστια αποθέματα καλαμποκιού που συσσωρεύτηκαν τότε αποδείχθηκαν ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση, οδηγώντας τις αρχές να τα διοχετεύσουν τελικά στην παραγωγή αιθανόλης και σε άλλες βιομηχανικές χρήσεις.

Διαβάστε ακόμη 

Citi: Υποβαθμίζει την Ευρώπη λόγω Γροιλανδίας – Πλήγμα στις εκτιμήσεις για τα κέρδη

Τι είναι τα τυχερά Mystery Boxes: Τα κουτιά με το άγνωστο περιεχόμενο κάνουν την έκπληξη

Θα είναι ο Μασκ ο επόμενος ιδιοκτήτης της Ryanair; Νέα διάσταση στην κόντρα του με τον Ο’Λίρι (tweets)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version