search icon

Οικονομία

Ανάπτυξη και νέες συνεργασίες εν μέσω κρίσης για την παλαιότερη ελληνική εταιρεία αλκοολούχων

Ποντάρει στην εξωστρέφεια κι όχι στην ελληνική μιζέρια

Του Δημήτρη Μαρκόπουλου

Η κρίση, κρίση, το πολιτικό αδιέξοδο μεγάλο, οδηγώντας σε σύνθετα προβλήματα, ωστόσο υπάρχουν κι εκείνες οι επιχειρήσεις που ακόμα στέκονται όρθιες και που λόγω του παραδοσιακού χαρακτήρα τους δεν γνωρίζουν από -πρόσκαιρα- προβλήματα.

Ο λόγος για την ΑΜΒΥΞ Α.Ε. που από το 1917 έχει ζήσει τα πάντα, άρα δεν τη σκιάζει τίποτα, πόσο μάλλον οι τελευταίες καταστάσεις.

Γι’ αυτό η εταιρεία των οικογενειών Ναχμία και Ρεβάχ ανακοίνωσε την υπογραφή σύμβασης παραχώρησης δικαιωμάτων με την εταιρεία Orangina Schweppes International (OSI), θυγατρική του ιαπωνικού ομίλου τροφίμων και ποτών Suntory, για την αποκλειστική διανομή στην Ελλάδα των προϊόντων και σημάτων Lucozade και Ribena. Δύο σημαντικά και παγκοσμίου εμβέλειας εμπορικά σήματα, σε μια σύμβαση που θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015. Τα δύο αυτά νέα σήματα εντάσσονται στο χαρτοφυλάκιο της ΑΜΒΥΞ στην ελληνική αγορά ουσιαστικά σε μια επέκταση της ήδη υπάρχουσας συνεργασίας της με τη Suntory, μετά την πολύχρονη συνεργασία με τη θυγατρική της, την Beam Suntory (την τρίτη μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής premium αλκοολούχων ποτών στον κόσμο).

Η σημασία αυτής της συνεργασίας εκτός του ότι συνάπτεται σε μια περίοδο μεγάλης κρίσης στην Ελλάδα, έχει να κάνει και με την καινούρια προοπτική που προκύπτει για την ελληνική εταιρεία, η οποία επεκτείνει τις δραστηριότητές της σε έναν πολύ ενδιαφέροντα κλάδο, αυτόν των μη αλκοολούχων ποτών, έναν τομέα στον οποίο η ΑΜΒΥΞ δεν είχε μέχρι στιγμής παρουσία, αλλά πλέον αποκτά.

Ανάπτυξη σε απάντηση της μιζέριας

Ως η παλαιότερη ελληνική εταιρεία εισαγωγής, μάρκετινγκ και εμπορίας αλκοολούχων ποτών στην Ελλάδα, η ΑΜΒΥΞ μετά το δύσκολο για τη χώρα διάστημα μεταξύ 2009-2012 αποφάσισε να κινηθεί σε μια διαφορετική λογική: αυτή της εξωστρέφειας και της ανάπτυξης. Πρόκειται για έναν όμιλο που αποφάσισε να παρακάμψει τη διάχυτη μιζέρια με στρατηγικές κινήσεις όπως η πρόσφατη και ο οποίος κέρδισε πόντους ανταγωνιστικότητας εξαιτίας αυτής της αντιμετώπισης παρά το ότι η αγορά αλκοολούχων δεν γνωρίζει και τις καλύτερες μέρες της στην Ελλάδα εξαιτίας της μεγάλης κάμψης της διασκέδασης εκτός σπιτιού.

Ο κλάδος των οινοπνευματωδών περισσότερο κατηγοριοποιήθηκε στα είδη πολυτελείας και αυτό τον κατέταξε σε πιο ευαίσθητες ομάδες, κυρίως ως προς τις απώλειες όγκων συν το γεγονός της υπερβολικής φορολόγησης.

Αν και οι όγκοι πωλήσεων, σημείωσαν πτώση, κάτι τέτοιο δεν συνέβη με τον ανταγωνισμό. Αυτός παρέμεινε σκληρός, αν και οι πωλήσεις κατέγραψαν μείωση κατά 50% από το 2008. Σημαντικό στοιχείο που συνέβαλε στη θετική πορεία της ΑΜΒΥΞ -εκτός της μετοχικής σύμπνοιας- ήταν η θετική πορεία στην αγορά της μπίρας, η πολύ καλή πορεία του Κτήματος Αλφα, καθώς και η καλή πορεία της βότκας Serkova.

Το Κτήμα Αλφα μάλιστα ήταν η λύση που η διοίκηση Ρεβάχ έδωσε καθώς διείδε την αύξηση της κατανάλωσης στο κρασί σε σχέση με την πτώση των πιο «σκληρών» ποτών που σημειώθηκε εντός του κραχ.

Μια αμιγώς ελληνική εταιρεία με 97 χρόνια ζωής

Η AΜΒΥΞ Α.Ε. είναι η παλαιότερη ελληνική εταιρεία εισαγωγής και εμπορίας αλκοολούχων ποτών. Από το 1917 αντιπροσωπεύει στη χώρα διάσημες μάρκες ποτών, μπίρας και άλλων αλκοολούχων (αλλά και μη) προϊόντων όπως οι William Grant & Sons, Gruppo Campari, Moët-Hennessy, Anheuser Busch InBev, Beam Global, Russian Standard. Το 1977 η ΑΜΒΥΞ επέκτεινε τη συνεργασία της με τον νεοσύστατο οίκο Moët/Hennessy, καθώς, πλέον της Moët & Chandon και της Dom Perignon που ήδη είχε στο portfolio της, ανέλαβε και τη διανομή του νούμερο 1 κονιάκ παγκοσμίως, του Hennessy.

Το 1984 ήταν μια πολύ σημαντική χρονιά, καθώς ξεκίνησε να διανέμει στην ελληνική αγορά το Perrier. Μέσα στα επόμενα χρόνια η μάρκα αυτή έγινε πασίγνωστη και μέχρι το 1999, χρονιά κατά την οποία η ΑΜΒΥΞ σταμάτησε να εισάγει το προϊόν, το Perrier αποτελούσε τη μάρκα-leader στην κατηγορία του φυσικού αφρώδους μεταλλικού νερού στη χώρα.

Το 1989, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, λάνσαρε δύο νέα προϊόντα:  τη βότκα Absolut και την μπίρα Bud. Το 1995 σύναψε μια νέα σημαντική συνεργασία, αυτή με τον οίκο Jim Beam Brands. Δύο χρόνια αργότερα, η εταιρεία επέκτεινε τη θέση της στον χώρο του ουίσκι, με μια νέα συνεργασία, αυτή με την εταιρεία William Grant & Sons, τη μεγαλύτερη οικογενειακή και ανεξάρτητη εταιρεία ουίσκι στον κόσμο.  Αυτή προσέθεσε στο portfolio της τα διάσημα brands Grant’s και Glenfiddich.

Το 1999 ήταν μια χρονιά-ορόσημο.  Σε συνεργασία με την Campari International, εταιρεία με την οποία η ΑΜΒΥΞ διατηρεί σχέσεις από το 1917, ανέλαβε τη διανομή του Ούζο 12 για την ελληνική αγορά, μετά την εξαγορά της μάρκας από την τότε ιδιοκτήτρια πολυεθνική.  Για πρώτη φορά η εταιρεία μπαίνει δυναμικά στον χώρο των ελληνικών ποτών και μάλιστα αναλαμβάνοντας τη νούμερο 1 παγκοσμίως μάρκα ούζου. Το 2004 άλλη μια σημαντική συνεργασία ήρθε να προστεθεί στην ιστορία της εταιρείας, καθώς ανέλαβε τη διανομή των προϊόντων του οίκου Marnier-Lapostolle, ο οποίος είναι παγκοσμίως γνωστός για τα λικέρ Grand Marnier.

Νέα εποχή – νέες συνεργασίες

Το 2009 η συνεργασία με την Absolut λήγει μετά από 20 χρόνια λόγω της εξαγοράς της μητρικής εταιρείας V&S από την Pernod Ricard, και μια νέα εποχή ξεκινάει. Η εταιρεία εξαγοράζει το εμπορικό σήμα της βότκας Serkova από την Pernod Ricard, κι έτσι αποκτά ιδιοκτησιακό καθεστώς σε ένα από τα πιο γνωστά σήματα βότκας στην ελληνική αγορά.

Ταυτόχρονα ενισχύει τη συνεργασία της με τη μεγαλύτερη ζυθοποιία παγκοσμίως, την Anheuser-Busch InBev (ΑΒI), και επεκτείνει τη συνεργασία τους με τη διανομή των εξής σημάτων μπίρας στην ελληνική αγορά: Beck’s, Franziskaner, Leffe, Hoegaarden και Boddingtons.
Τέλος, το 2009 η εταιρεία εγκαινιάζει και ένα νέο τμήμα οίνων – την ΑΜΒΥΞ Εnothèque, καθώς στα άμεσα σχέδιά της περιλαμβάνεται και η είσοδός της στην αγορά premium ελληνικών και εισαγόμενων οίνων. Σήμερα η ΑΜΒΥΞ είναι η μεγαλύτερη αμιγώς ελληνική εταιρεία εισαγωγής και διανομής αλκοολούχων ποτών στη χώρα και ανήκει εξ ολοκλήρου στις δύο οικογένειες οι οποίες την ίδρυσαν, Ναχμία και Ρεβάχ.

Πρόεδρος της εταιρείας είναι ο κ. Μωυσής Ναχμίας και διευθύνων σύμβουλος ο κ. Ισίδωρος Ρεβάχ. Ακολουθούν τα παιδιά τους, ο Ροβέρτος Ναχμίας (οικονομικός διευθυντής) και ο Αλβέρτος Ρεβάχ (εμπορικός διευθυντής). Αυτός ο οικογενειακός και πάντα συνεργατικός χαρακτήρας είναι που δίνει στην εταιρεία μεγάλο πλεονέκτημα σε μια περίοδο μεγάλου πολυεθνικού και εγχώριου ανταγωνισμού.

Exit mobile version