«Φρένο» μπαίνουν προς το παρόν στις συζητήσεις που είχαν ξεκινήσει ξένα funds με τράπεζες και επιχειρήσεις για μεγάλες αναδιαρθρώσεις χρεών και πωλήσεις «κόκκινων» δανείων» έπειτα από τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις.
Μάλιστα όπως αναφέρει η Καθημερινή, μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες οι ενδιαφερόμενες πλευρές εξέταζαν και την εισαγωγή στην ελληνική αγορά του λεγόμενου «πορτογαλικού» μοντέλου. Πρόκειται για έναν υβριδικό τύπο αναδιάρθρωσης χαρτοφυλακίων και διαχείρισης «κόκκινων» δανείων.
Εφαρμογή βρίσκει κυρίως σε τράπεζες και προβλέπει τη μεταβίβαση της διαχείρισης «κόκκινων» δανείων, αλλά όχι τη μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου. Με τον τρόπο αυτό, οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να εξοικονομήσουν πόρους, μεταβιβάζοντας τη διαχείριση στεγαστικών δανείων που δεν εξυπηρετούνται καθόλου ή που εξυπηρετούνται μερικώς και με καθυστερήσεις.
Μέχρι σήμερα, οι συζητήσεις για πωλήσεις «κόκκινων» δανείων έχουν περιοριστεί μόνο στα της καταναλωτικής πίστης χωρίς εξασφαλίσεις.
Αν και οι ξένοι έχουν δείξει το ενδιαφέρον τους και για τα στεγαστικά, η ελληνική πλευρά δεν φαίνεται ιδιαίτερα πρόθυμη εξαιτίας τόσο των προσφερόμενων τιμών οι οποίες θεωρούνται χαμηλές όσο και για κοινωνικούς λόγους, καθώς τα στεγαστικά έχουν εγγυήσεις την ακίνητη περιουσία ελληνικών νοικοκυριών.
Η αντίστοιχη προσφερόμενη τιμή για τα καταναλωτικά δάνεια (χωρίς εξασφαλίσεις) παραμένει και αυτή χαμηλή και κυμαίνεται μεταξύ 1% και 3% της αξίας του χαρτοφυλακίου. Η αξία αναφέρεται συνήθως στην αποτίμηση που έχει κάνει η τράπεζα και αφορά στην ονομαστική αξία των δανείων.
Το «πορτογαλικό μοντέλο», που εφαρμόστηκε κυρίως στην Ισπανία, δίνει μία εναλλακτική για τη διαχείριση καταναλωτικών, επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων.
Στην Αθήνα έχουν ήδη γίνει επαφές με ξένα funds, όπως Baupost, York, Appolo, Monarch, Third Point κ.ά.
Τραπεζικά στελέχη και διαχειριστές ξένων funds πιστεύουν ότι υπάρχουν ακόμη δάνεια αξίας 15 δισ. ευρώ τα οποία εν δυνάμει μπορούν να γίνουν «κόκκινα». Ιδιαίτερο, πάντως, ενδιαφέρον προσελκύουν τα χαρτοφυλάκια των υπό εκκαθάριση τραπεζών (πρώην «κακό» Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Probank, ΑΤΕ, συνεταιριστικές τράπεζες), τα οποία υπολογίζονται σε 8 δισ. συνολικά.