search icon

Οικονομία

Διπλασιάστηκαν τα ποσοστά σοβαρής κατάθλιψης στη χώρα μας λόγω οικονομικής κρίσης

Η κλινική μείζων κατάθλιψη σημειώνει ανοδική πορεία στη χώρα μας, παράλληλα με την εντεινόμενη οικονομική κρίση, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ).

Της Σοφίας Νέτα

Η κλινική μείζων κατάθλιψη σημειώνει ανοδική πορεία στη χώρα μας, παράλληλα με την εντεινόμενη οικονομική κρίση, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ). Σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό του 2011 (8,2%), το ποσοστό του 2013 (12,3%) παρουσιάζει ποσοστιαία αύξηση 50%,! Καθώς η οικονομική κρίση παρατείνεται και βαθαίνει κανένας δεν μένει ανεπηρέαστος από την επίδρασή της στην ψυχική υγεία και η κατάθλιψη αναδεικνύεται σε μείζον πρόβλημα τονίζουν οι ειδικοί.

Η σημαντικότητα των ευρημάτων αυτής της έρευνας στοιχειοθετεί επιστημονικά αυτό που αποτελεί καθημερινό βίωμα των Ελλήνων, δηλαδή τις σοβαρές έως δραματικές επιπτώσεις της εντεινόμενης οικονομικής κρίσης στην ψυχική υγεία του πληθυσμού. Σήμερα, περίπου πέντε χρόνια από την έναρξη της κρίσης, ο καταγραφόμενος ψυχικός της αντίκτυπος δεν μπορεί να θεωρηθεί πια ως ένα πρώτο «σοκ» απέναντι στη βίαιη ανατροπή των πρότερων συνθηκών. Αντίθετα, τα σχετικά ευρήματα φαίνονται να αντικατοπτρίζουν περισσότερο πάγιες επιδράσεις της οικονομικής δυσπραγίας στην ψυχική υγεία, που θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη.

Αυτοί που έχουν οικογενειακό εισόδημα κάτω από 400 ευρώ, οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι αποτελούν τις ομάδες του πληθυσμού που πλήττονται πιο σοβαρά από την οικονομική κρίση και παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά μείζονος κατάθλιψης.

Το Ινστιτούτο διενεργεί από το 2008 μια σειρά επιδημιολογικών μελετών πανελλαδικής εμβέλειας προκειμένου να αποτυπώσει την επικράτηση της κατάθλιψης στον ελληνικό πληθυσμό και να διερευνήσει τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην ψυχική υγεία. Σε αυτό το πλαίσιο, διεξήχθησαν μελέτες με ταυτόσημη μεθοδολογία το 2008, το 2009 και το 2011, των οποίων τα συμπεράσματα έχουν δημοσιευθεί σε έγκριτα ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά καθώς και στον ελληνικό και διεθνή τύπο .

Παρόμοια μελέτη πραγματοποιήθηκε και το 2013, τα αποτελέσματα της οποίας δείχνουν ότι η μηνιαία επικράτηση της μείζονος κατάθλιψης, εκείνης δηλαδή της κλινικής οντότητας που χρήζει άμεσα θεραπείας, ανέρχεται σε ποσοστό 12,3% του ελληνικού πληθυσμού. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι κατά το μήνα που προηγήθηκε της έρευνας περίπου 12 στους 100 κατοίκους της χώρας βρέθηκαν να πληρούν τα κλινικά κριτήρια της μείζονος κατάθλιψης.

Τα ευρήματα αυτής της μελέτης έρχονται να προστεθούν σε στοιχεία των προηγούμενων μελετών του ΕΠΙΨΥ, στα οποία αποτυπώνεται μια συνεχής και εντυπωσιακή αύξηση της επικράτησης της μείζονος κατάθλιψης στον ελληνικό πληθυσμό, από 3,3% το 2008 σε 6,8% το 2009 και 8,2% το 2011.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Α) Επικράτηση της Κατάθλιψης

Το 2013 η μηνιαία επικράτηση της μείζονος κατάθλιψης, εκείνης δηλαδή της κλινικής οντότητας που χρήζει άμεσα θεραπείας, ανέρχεται σε ποσοστό 12,3% του ελληνικού πληθυσμού. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι κατά το μήνα που προηγήθηκε της έρευνας περίπου 12 στους 100 κατοίκους της χώρας βρέθηκαν να πληρούν τα κλινικά κριτήρια της μείζονος κατάθλιψης.

Συμπερασματικά, προκύπτει ότι:

Από την έναρξη της οικονομικής κρίσης μέχρι και σήμερα καταγράφεται προοδευτική αύξηση της κατάθλιψης, η οποία παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις αν λάβει κανείς υπ’ όψιν το μικρό χρονικό διάστημα (2008-2013) μέσα στο οποίο συντελείται.

Β) Προφίλ των Ατόμων που παρουσιάζουν Μείζονα Κατάθλιψη

Από τα δεδομένα της έρευνας του 2013 προκύπτει ότι οι ομάδες του πληθυσμού στις οποίες καταγράφηκε μεγαλύτερη επικράτηση της κλινικής μείζονος κατάθλιψης ήταν οι γυναίκες, οι ηλικιακές ομάδες των 35-44 και των 55-64 ετών, τα άτομα με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, τα άτομα με εισόδημα 0-400 ευρώ, οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι.

Πιο αναλυτικά:

Γ) Οικονομική Δυσχέρεια

Υψηλό ποσοστό του πληθυσμού (35%, δηλαδή 1 στους 3 Έλληνες) έχει αναγκαστεί να περιορίσει δραστικά τα έξοδά του ακόμα και για είδη απολύτως αναγκαία για τη διαβίωσή του και ένα επίσης υψηλό ποσοστό (28,3%) έχει ήδη ξοδέψει μέρος ή και το σύνολο των αποταμιεύσεών του προκειμένου να διαχειριστεί τις δυσκολίες που απορρέουν από την οικονομική κρίση.

Οι βασικές οικονομικές δυσκολίες του πληθυσμού εντοπίζονται κατά κύριο λόγο στην αποπληρωμή της δόσης κάποιου δανείου, στην εξόφληση λογαριασμών και την πληρωμή της ελάχιστης δόσης κάποιας πιστωτικής κάρτας αλλά πολύ σημαντικά ποσοστά δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα με τη δόση του αυτοκινήτου, τα έξοδα ένδυσης και υπόδησης, τα δίδακτρα των φροντιστηρίων, το ενοίκιο της κατοικίας ακόμη και τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ.

Το 2013, σημαντικά περισσότεροι Έλληνες σε σχέση με το 2011 δυσκολεύονται να πληρώσουν τη δόση του αυτοκινήτου τους (μεταβολή της τάξης του 201,9%), το ενοίκιο της κατοικίας τους (μεταβολή της τάξης του 198,9%), τη δόση κάποιου δανείου (μεταβολή της τάξης του 160,5%), ενώ σε ποσοστιαία μεταβολή που ξεπερνά το 120% παρατηρείται αύξηση στα ποσοστά του πληθυσμού που δυσκολεύονται να πληρώσουν τα δίδακτρα των φροντιστηρίων και τους τρέχοντες λογαριασμούς.

Από την σύγκριση των στοιχείων που αποτυπώνουν το βαθμό αλλά και τον τύπο της οικονομικής δυσχέρειας το 2011 και το 2013 προκύπτει εντυπωσιακή αύξηση του ποσοστού του ελληνικού πληθυσμού που αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα σχεδόν σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής. Ειδικότερα, οι τομείς στους οποίους παρατηρείται η μεγαλύτερη μεταβολή ανάμεσα στα δύο έτη αφορούν στην πληρωμή της δόσης του αυτοκινήτου, του ενοικίου κατοικίας και της δόσης κάποιου δανείου.

Δ) Οικονομική Δυσχέρεια και Κατάθλιψη

Από τα συγκριτικά στοιχεία της έρευνας του 2011 και του 2013 αναφορικά με τη συσχέτιση της επικράτησης της κατάθλιψης και της οικονομικής δυσχέρειας, προκύπτει παρόμοια αύξηση της επικράτησης της κατάθλιψης τόσο για αυτούς που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα (από 20,9% σε 33,8%), όσο και για αυτούς με λιγότερα (από 6,2% σε 10,7%).

*Φορέας: Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ)

Διευθυντής: Καθηγητής και Ακαδημαϊκός Κώστας Στεφανής

Επιστημονικά Υπεύθυνοι: Μαρίνα Οικονόμου, Επίκουρη Καθηγήτρια Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και Μιχάλης Μαδιανός, Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών, σε συνεργασία με τον Κυριάκο Σουλιώτη, Επίκουρο Καθηγητή Πολιτικής Υγείας Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Ερευνητική Ομάδα: Λίλη Πέππου – Ψυχολόγος, Αθανάσιος Πατελάκης – Στατιστικός, Μαρία Χαρίτση – Ψυχολόγος, Τατιάνα Αλεξίου – Κοινωνιολόγος

 

 

 

Exit mobile version