Συνέντευξη του Σ. Αναστασόπουλου στον Δημήτρη Μαρκόπουλο
Ο πρόεδρος του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου μιλάει λίγο πριν από την 25η «Ωρα της ελληνικής οικονομίας» και δηλώνει: «Οι προσπάθειές μας για σημαντική αποστολή αμερικανικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα θα καρποφορήσουν».
Ξεκινάει την επόμενη εβδομάδα το ετήσιο συνέδριο-θεσμός «Η ώρα της ελληνικής οικονομίας», για 25η φορά, από το Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο. Σε μια κομβική συγκυρία, όπου η Ελλάδα αντιμετωπίζει τις προκλήσεις των διμερών διαπραγματεύσεων, της διαχείρισης του χρέους, αλλά και του πολιτικού ρίσκου, ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Σίμος Αναστασόπουλος μιλά στο newmoney.gr.
– Η «Ωρα της ελληνικής οικονομίας» φέτος διοργανώνεται σε μια πραγματικά κρίσιμη για τη χώρα στιγμή. Τι προσδοκίες έχετε από το συνέδριο;
Η «Ωρα της ελληνικής οικονομίας» έχει καθιερωθεί ως το σπουδαιότερο βήμα ανασκόπησης, συζήτησης και εξαγγελιών για το οικονομικό πρόγραμμα της χώρας, μέσα από το οποίο προβάλλονται τα πλέον επίκαιρα θέματα που αφορούν την πορεία της ελληνικής οικονομίας, την ανάπτυξη και το επενδυτικό περιβάλλον.
Σήμερα είμαστε στη χρονική στιγμή όπου μια περίοδος κλείνει και μια νέα ετοιμάζεται να ξεκινήσει. Υστερα από 6 χρόνια ύφεσης, λιτότητας και θυσιών, φτάνουμε στο τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής, στο τέλος δηλαδή του μνημονίου, τουλάχιστον με την πιεστική και περιοριστική μορφή που το γνωρίζαμε ως τώρα.Πρόθεσή μας είναι να αναδείξουμε το έργο που έχει επιτευχθεί στον τομέα της δημοσιονομικής εξισορρόπησης και στην πορεία σταθεροποίησης της οικονομίας μας και να εισάγουμε στον δημόσιο διάλογο τα θέματα που θα μας απασχολήσουν στη μετά μνημόνιο εποχή. Ανοίγουμε λοιπόν τη συζήτηση για τη βιωσιμότητα και τη λογιστική απεικόνιση του δημόσιου χρέους, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και τα βήματα που απαιτούνται για την τελική αξιολόγηση του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και τη δημιουργία ενός αξιόπιστου πλαισίου πολιτικών που θα διασφαλίζουν τα πλεονάσματα που χρειάζεται η χώρα για να μειώσει το χρέος και θα επιμένουν στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα φέρουν την ανάπτυξη. Παράλληλα, το συνέδριο πραγματεύεται θέματα που απασχολούν την πραγματική οικονομία και την επιχειρηματικότητα, όπως τον ρόλο του ανακεφαλαιοποιημένου τραπεζικού συστήματος στη διαδικασία ανάκαμψης της οικονομίας, τον ρόλο της χώρας στον ενεργειακό χάρτη, την ψηφιακή οικονομία και τις επενδύσεις στην καινοτομία.
– Εχει έρθει πράγματι η ώρα της ελληνικής οικονομίας; Μπορεί η χώρα να επιστρέψει στην ανάπτυξη;
Παρά τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τις υπερβολικές απαιτήσεις των δανειστών μας -και εδώ αναφέρομαι στην παρατεταμένη ύφεση και την υψηλή ανεργία ως αποτέλεσμα της πολιτικής λιτότητας και της απότομης προσαρμογής των δημοσιονομικών εις βάρος της πραγματικής οικονομίας- οι στόχοι για εξάλειψη των ελλειμμάτων στα δημόσια οικονομικά και το ισοζύγιο πληρωμών επετεύχθησαν.
Οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν με επιτυχία και πέρασαν με άνεση από τα stress tests της ΕΚΤ και η ανταγωνιστικότητα σημείωσε σημαντικά βήματα προόδου. Αυτά τυγχάνουν γενικής αναγνώρισης και αποτελούν τη βάση για τα επόμενα απαραίτητα βήματα προς την ανάκαμψη και την ανάπτυξη. Ο κίνδυνος για την ανάπτυξη αλλά και για το οικονομικό πρόγραμμα και τη διευθέτηση του χρέους προέρχεται από τη διαρκώς αυξανόμενη ανησυχία και αβεβαιότητα που έχει να κάνει με τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα. Η διαφαινόμενη δυσκολία στις διαπραγματεύσεις για την τελευταία και πλέον κρίσιμη αξιολόγηση του προγράμματος και η πιθανότητα αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας δημιουργούν συνθήκες πολιτικής αστάθειας, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο ακόμη και τη δημοσιονομική σταθερότητα και εντείνουν τις ανησυχίες του επιχειρηματικού κόσμου και των αγορών.
Βασικό στοιχείο για να απομακρυνθεί η αβεβαιότητα είναι η διασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας και της συνέχισης των μεταρρυθμίσεων. Απαιτείται σε αυτή την κρίσιμη στιγμή μια ευρύτερη πολιτική συναίνεση. Το εθνικό συμφέρον επιβάλλει πολιτική ομαλότητα, συνεννόηση και σταθερότητα για να επιτευχθούν οι εθνικοί στόχοι.
– Σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας και εξωστρέφειας τι βλέπετε;
Στο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας, η έλλειψη ρευστότητας, η υπερφορολόγηση, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος, η παραοικονομία και οι συνεχείς μεταβολές στο οικονομικό και το επιχειρηματικό περιβάλλον αποτελούν τα μεγαλύτερα προβλήματα για την επιχειρηματικότητα, την ανάπτυξη και τις εξαγωγές. Επίσης, παρά την πρόοδο στο μεταρρυθμιστικό έργο που αφορά τα δημοσιονομικά, την Υγεία, τη φορολογία και τα εργασιακά, δεν έχουν υλοποιηθεί επαρκώς τα διαρθρωτικά μέτρα που θα έκαναν την οικονομία μας πιο ανταγωνιστική. Το νέο αναπτυξιακό σχέδιο, που θα δώσει τις κατευθυντήριες γραμμές για την ανάκαμψη και την ανάπτυξη, πρέπει πλέον να προχωρήσει με ταχύτατους ρυθμούς, όπως και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για το άνοιγμα της αγοράς και την αδειοδότηση των επιχειρήσεων. Μόνο έτσι μπορεί η οικονομία μας να γίνει ανταγωνιστική και εξωστρεφής ανατρέποντας τα παλαιό και αποτυχημένο οικονομικό μοντέλο που μας οδήγησε στο χείλος της χρεοκοπίας. Στο πλαίσιο του συνεδρίου με την παρουσία της κυρίας Ντέμπορα Γουινς Σμιθ, πρόεδρου του Εθνικού Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας των ΗΠΑ, το Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο επιχειρεί να αναδείξει τις βέλτιστες πρακτικές από την εμπειρία του μεγαλύτερου οργανισμού ιδιωτικής πρωτοβουλίας για την ανταγωνιστικότητα, να δημιουργήσει συναίνεση μέσα από τον διάλογο και να προωθήσει τις αλλαγές εκείνες και τις μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και θα επιταχύνουν την ανάπτυξη.
– Το Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο κάνει επί σειρά ετών μεγάλες και συνεχείς προσπάθειες προσέλκυσης επενδύσεων. Αποδίδουν; Το κράτος ανταποκρίνεται;
Κατά την πρόσφατη επίσκεψή μου στην Ουάσινγκτον, στο πλαίσιο της οργάνωσης από το επιμελητήριο του ελληνικού περιπτέρου στη μεγαλύτερη έκθεση αμυντικού εξοπλισμού του στρατού AUSA, αλλά και κατά τη διάρκεια του Investment Forum που συνδιοργανώσαμε με το Χρηματιστήριο Αθηνών τον Ιούνιο στην Νέα Υόρκη, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με επενδυτές, με δημόσιους λειτουργούς και εκπροσώπους των μεγάλων οργανισμών που εδρεύουν στην αμερικανική πρωτεύουσα. Εκ μέρους του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου μπορώ να επιβεβαιώσω όχι μόνο ότι υπάρχει αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα, αλλά και ότι αναμένεται να καρποφορήσουν οι προσπάθειές μας για μια σημαντική αποστολή αμερικανικών επιχειρήσεων στη χώρα μας μέσα στο επόμενο έτος. Η υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων, όμως, καθυστερεί ή αναβάλλεται εφόσον οι επενδυτές προβάλλουν πάντα την πολιτική και οικονομική σταθερότητα ως τους σημαντικότερους παράγοντες στις αποφάσεις τους για τοποθέτηση επενδυτικών κεφαλαίων σε μια χώρα.
– Επί είκοσι πέντε συνεχόμενα έτη, η «Ωρα της ελληνικής οικονομίας» αποτελεί σημαντικό θεσμό. Τι πρέπει να περιμένουμε;
Η «Ωρα της ελληνικής οικονομίας», στην 25χρονη πορεία του συνεδρίου, έχει εξελιχθεί σε εθνικό θεσμό προσφέροντας το βήμα της σε εκπροσώπους της πολιτικής, διπλωματικής, ακαδημαϊκής και επιχειρηματικής κοινότητας, αλλά και στους εκπροσώπους των μέσων ενημέρωσης για να εκφράσουν τις απόψεις τους. Αποτελεί την κυρίαρχη εκδήλωση του είδους της και μας επιτρέπει να αναμένουμε έναν ειλικρινή και ανοιχτό διάλογο με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Περιμένουμε τις τοποθετήσεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στα φλέγοντα θέματα της αξιολόγησης του προγράμματος, του χρέους και του τέλους του μνημονίου. Περιμένουμε επίσης μέσα από την ανταλλαγή απόψεων την εξαγωγή συμπερασμάτων χρήσιμων για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την ανάπτυξη και την επόμενη μέρα της ελληνικής οικονομίας. Το συνέδριο έχει εξασφαλίσει συμμετοχή και δημοσιογραφική κάλυψη όχι μόνο από τα ελληνικά, αλλά και από τα μεγαλύτερα ξένα μέσα επικοινωνίας,. Εχοντας δημιουργήσει το κατάλληλο περιβάλλον, ευελπιστούμε ότι η «Ωρα της ελληνικής οικονομίας» θα αποτελέσει το πρώτο βήμα της πολιτικής συνεννόησης που θα ανοίξει τον δρόμο για μια ευρύτερη εθνική συναίνεση.