Στο μεγάλο στοίχημα της ανάπτυξης αναφέρεται σε άρθρο του στους Financial Times ο πρώην Επίτροπος Νομισματικών και Οικονομικών Υποθέσεων, Ολι Ρεν, το οποίο δημοσιεύει το Euro2day.gr.
Όπως σημειώνει, ο φόβος διάλυσης της ευρωζώνης έχει φύγει και οι εποχές των κοσμογονικών Συνόδων Κορυφής έχουν λήξει, τώρα όμως το φάσμα του αποπληθωρισμού στοιχειώνει ένα ιδιαίτερα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. Και αν ορισμένα κράτη μέλη στην περιφέρεια επέβαλαν προγράμματα μεταρρυθμίσεων που είχαν γενική επιτυχία, ωστόσο οι “μεγάλοι” της Ευρώπης (βλ. Γαλλία και Ιταλία) επιδεικνύουν μια απροθυμία να εφαρμόσουν δοαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
“Αν τα επίμονα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και τα αυξανόμενα δημόσια χρέη είχαν ως αποτέλεσμα την ταχεία οικονομική ανάπτυξη, τότε η Γαλλία και η Ιταλία θα ήταν πρωταθλητές της Ευρώπης, η Ιαπωνία θα ήταν η κορυφαία οικονομική δύναμη στον κόσμο και η Φινλανδία θα ήταν Νο1 στην σκανδιναβική χερσόνησο”, γράφει χαρακτηριστικά ο Ολι Ρεν.
Και συνεχίζει: “Όταν η Γερμανία παραβίασε τους όρους του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης το 2003-04, το έκανε για να επιβάλλει μια σκληρή μεταρρυθμιστική ατζέντα, την οποία όλοι χειροκροτούν σήμερα ομόφωνα. Αν εφαρμόζονταν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην Γαλλία και την Ιταλία, η ΕΚΤ θα βεβαιωνόταν ότι η νομισματική της υποστήριξη δρομολογείται αποτελεσματικά μέχρι την πραγματική οικονομία αυξάνοντας τον δανεισμό σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά”. Οι μεταρρυθμίσεις όμως σε χώρες όπως η Γαλλία δεν ήρθαν ποτέ, με αποτέλεσμα το κοινωνικό σύστημα να μην μπορεί να συνεχίσει να χρηματοδοτείται από τους μισθούς. Το βάρος πρέπει να μετατεθεί στην κατανάλωση, με την μορφή ενός “κοινωνικού φόρου προστιθέμενης αξίας”, για παράδειγμα, αναφέρει ο Ο. Ρεν.
Αν ο “άξονας” Ρώμη-Παρίσι εφάρμοζε ουσιώδεις μεταρρυθμίσεις, η Γερμανία θα πειθόταν να αυξήσει την δική της εγχώρια ζήτηση, ιδιαίτερα με αύξηση των δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων. Αναλόγως, ένα σαφές σημάδι από το Βερολίνο ότι είναι έτοιμο να τονώσει την εσωτερική ζήτηση, θα ήταν καλοδεχούμενο στο Παρίσι και την Ρώμη.
Την ίδια ώρα, η ΕΚΤ θα πρέπει να φθάσει μέχρι το άκρο της νομισματικής πολιτικής, μέσω μιας “ποσοτική χαλάρωση” που θα βοηθούσε να πολεμηθεί ο αποπληθωρισμός και να βεβαιωθούν οι ηγέτες της Γαλλίας και της Ιταλίας ότι οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις αξίζουν το πολιτικό κόστος. Και καταλήγει: “Για να γίνει οποιαδήποτε επιτυχημένη στρατηγική τόνωσης της ανάπτυξης είναι απαραίτητο τα κράτη μέλη να προωθήσουν τις μεταρρυθμίσεις. Ο κύριος ρόλος της Κομισιόν είναι να βοηθήσει στον εντοπισμό των πιο σημαντικών μεταρρυθμίσεων για τόνωση της ανάπτυξης. Το Eurogroup, η ομάδα των υπουργών οικονομικών της ευρωζώνης, πρέπει να σπρώξει προς την ίδια κατεύθυνση…Μόνο η πίεση, η ντροπή και ο φόβος της απώλειας επιρροής, θα ταρακουνήσουν τους ηγέτες”, επισημαίνει χαρακτηριστικά.