search icon

Οικονομία

Προβληματισμός από την αντίδραση των αγορών

Tο πολιτικό ρίσκο προκαλεί τσουνάμι πωλήσεων μετοχών στο Χρηματιστήριο - Απώλειες που φτάνουν έως και 40% για μετοχές-πυλώνες της ελληνικής αγοράς.

Του Παναγιώτη Μπουσμπουρέλη

Ούτε τα καλά αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών στα stress tests κατάφεραν να αλλάξουν το κλίμα, παρά το γεγονός ότι σημαίνουν πολλά για την οικονομία και τον σχεδιασμό της ευχερέστερης χρηματοδότησης στη μετά μνημόνιο εποχή.

Τα spreads ξανανέβηκαν γρήγορα και οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων εκτινάχθηκαν και πάλι στο 8%, στέλνοντας απαγορευτικό για έξοδο στις αγορές. Την ίδια ώρα, το Χρηματιστήριο με απανωτές πτώσεις κατρακύλησε και χαμηλότερα από τις 900 μονάδες, προεξοφλώντας αρνητικές εξελίξεις τους επόμενους μήνες.

Το sell off του Ελληνικού Χρηματιστηρίου επικεντρώνεται σε μετοχές όπως η ΔΕΗ, που μέσα σε έναν μήνα έχασε 40%, με αποτέλεσμα η κεφαλαιοποίησή της να πέσει στο 1,35 δισ. ευρώ, στο ήμισυ δηλαδή των υψηλών που είχε καταγράψει μερικούς μήνες πριν. Αυτό γίνεται γιατί οι ξένοι που είχαν τοποθετηθεί στη συγκεκριμένη μετοχή αμφιβάλλουν σοβαρά πια για το αν θα γίνει ιδιωτικοποίηση. Μάλιστα δεν έπιασε τόπο ούτε η καθησυχαστική έκθεση της Goldman Sachs μερικές εβδομάδες πριν.

Μεγάλη η πτώση και στη μετοχή της ΕΥΔΑΠ, που επανήλθε και αυτή σε ιστορικά χαμηλά, αν και η είσοδος του μεγαλοεπενδυτή  Πόλσον είχε χαιρετιστεί πριν από μερικούς μήνες σε υψηλότερα επίπεδα.

Το πολιτικό ρίσκο

Οπως αναφέρουν χρηματιστές που συνεργάζονται με μεγάλα funds του εξωτερικού, τα οποία επενδύουν στη Νότια Ευρώπη και προέρχονται κυρίως από τις ΗΠΑ, αυτοί είναι οι βασικοί πωλητές, που δεν τους αρέσει το πολιτικό ρίσκο της Ελλάδας.

«Πρόκειται για funds», σημειώνει ο Θανάσης Δρογώσης από την Pantelakis Securities (πρώην HSBC), «που βλέπουν συνολικά ότι ο κίνδυνος αποπληθωρισμού στην Ευρώπη μεγαλώνει, αλλά και ότι οι πρώτες κινήσεις Ντράγκι δεν είχαν τα αποτελέσματα που περίμεναν».

«Από την άλλη πλευρά, όμως, η υποτίμηση των αξιών ελκύει σε χαμηλά επίπεδα και άλλους ξένους που είναι βραχυπρόθεσμοι επενδυτές και αναζητούν τις ευκαιρίες», συνεχίζει.

Το κλίμα έχει χαλάσει, όπως επισημαίνουν τραπεζίτες και επιχειρηματίες, αφού η αβεβαιότητα κυριαρχεί σε ένα πολιτικό σκηνικό όπου όλα δείχνουν ότι δεν θα ξεκαθαρίσει μέχρι το τεστ της προεδρικής εκλογής. «Ο παράγοντας του πολιτικού ρίσκου είναι η βασική αιτία που εμποδίζει θεσμικούς αγοραστές, όπως τα μεγάλα κεφάλαια των αναδυόμενων αγορών, να εισέλθουν, ενώ από την άλλη οδηγεί τους επιθετικούς επενδυτές να συνωστίζονται στην έξοδο», αναφέρει ο Βαγγέλης Χαρατσής της ΒΕΤΑ ΑΧΕΠΕΥ.

Καθίσταται σαφές ότι με τέτοια δεδομένα πολύ δύσκολα μπορεί να κερδηθεί το στοίχημα της ανάκαμψης των επενδύσεων στην πραγματική οικονομία, παρά τις θετικές ενδείξεις που κυριαρχούσαν μέχρι πριν από λίγο καιρό. Είναι δε χαρακτηριστική η άποψη που προέβαλλε το Bloomberg μετά τη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη, ότι δηλαδή στην Ελλάδα επανέρχεται το δίλημμα του νομίσματος.

Οταν κορυφαία οικονομικά πρακτορεία μεταδίδουν αυτή την εικόνα, η αντίδραση όσων επενδύουν είναι, στην καλύτερη περίπτωση, στάση αναμονής, αν όχι εγκατάλειψη των πλάνων τους. Το κύριο ερώτημα που υπάρχει, δηλαδή, είναι αν όντως πάμε σε μια πολιτική αλλαγή -όπως δείχνουν όλα τα γκάλοπ- πώς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα διαχειριστεί μια διαπραγμάτευση για τη μετά μνημόνιο εποχή. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι εταίροι-πιστωτές μάς έχουν ξεκαθαρίσει ότι η διαδικασία θα κινηθεί από την πλευρά τους εντός ενός πλαισίου με συγκεκριμένα κριτήρια και προτεραιότητες.

Και αυτοί που τραβάνε τα λεφτά τους θέτουν δύο βασικά ερωτήματα: με ποιο πολιτικό πλαίσιο θα διαπραγματευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ όταν τα spreads θα απογειώνονται και ποια πιστωτική γραμμή θα εξασφαλίσουμε όταν θα ζητήσει από τους Ευρωπαίους τελείως διαφορετικά πράγματα, όπως το πρόγραμμα Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη;

Κάποιοι επενδυτικοί οίκοι, όπως η Credit Suisse, έχουν επιχειρήσει να τετραγωνίσουν τον κύκλο, σημειώνοντας ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να επιτύχει συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ενωση μετά τις μεγάλες διακυμάνσεις που θα υπάρξουν. Δεν είναι λίγοι εκείνοι, μάλιστα, που εκτιμούν ότι η επιδείνωση του κλίματος, όπως προκύπτει από την αγορά, αποτελεί ήδη ένα πρώτο μήνυμα προς όλους για το τι μέλλει γενέσθαι εάν εκτραπεί η σημερινή πορεία.

H αγωνία των ξένων

Υπάρχουν, όμως, και ξένες τράπεζες που αναφέρονται ανοιχτά στο πολιτικό ρίσκο που ενσωματώνει η ελληνική οικονομία. Η Deutsche Bank,η Morgan Stanley και η Citi δεν κρύβουν την αγωνία τους απέναντι σε μια εξέλιξη που δείχνει να έρχεται όλο και πιο κοντά.

Χαρακτηριστική, εξάλλου, της πλήρους διαφοροποίησης της πλευράς της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις δεσμεύσεις της κυβέρνησης είναι η άποψη Τσίπρα για τα διαθέσιμα που θα μείνουν στο ΤΧΣ μετά τα stress tests. Η επιλογή ΣΥΡΙΖΑ είναι τα διαθέσιμα αυτά να χρησιμοποιηθούν για τα κόκκινα δάνεια. Οπως αναφέρουν πληροφορίες, το σχετικό σχέδιο που έχει εκπονηθεί από το οικονομικό του επιτελείο προσανατολίζεται στη δημιουργία ενός μηχανισμού που θα ενισχυθεί και από δανεισμό λειτουργώντας ως τραπεζικός μηχανισμός. Αυτός θα αγοράσει με έκπτωση κόκκινα δάνεια, δίνοντας εμμέσως κεφάλαια στις τράπεζες.

Οταν οι διαφορές ανάμεσα σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση είναι τόσο μεγάλες, καθίσταται σαφές ότι οι αγορές δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να έχουν ξεκάθαρη εικόνα για το πώς θα είναι η Ελλάδα στην περίοδο μετά το μνημόνιο. Ενα κρίσιμο ζήτημα αφορά και τις αποφάσεις των τραπεζών, οι οποίες εξετάζουν τρόπους για να προωθηθούν οι κινήσεις ιδιωτικοποίησής τους. Οι τραπεζίτες δεν αποκλείουν τις αυξήσεις κεφαλαίου, κάτι που ως παράμετρος σημαίνει βραχυπρόθεσμη υποχώρηση των μετοχών τους.

Exit mobile version