“Δεν χρειαζόμαστε άλλο Μνημόνιο. Όχι μόνο βγαίνουμε, αλλά η Ελλάδα θα είναι απολύτως ασφαλής στη μετά Μνημόνιο εποχή” δήλωσε ο πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς, μιλώντας στο 13ο συνέδριο του ΣΕΤΕ.
Συνέχισε, λέγοντας ότι την πόλωση κανείς δεν την θέλει, αλλά δεν μπορεί η κυβέρνηση να επιτρέψει σε κανέναν να καταργήσει όσα έχουν γίνει και να εμποδίσει τις μεταρρυθμίσεις.
Υπογράμμισε ότι τα τελευταία 2,5 χρόνια έγιναν πολλά και θα γίνουν περισσότερα, αρκεί “να μην πέσουμε ξανά σε περιδίνηση και πολιτική αβεβαιοτητα και να συνεχίσουμε το δρόμο των μεταρρυθμίσεων, γιατί αυτό είναι το συμφέρον της χώρας και του ελληνικού λαού”.
Κάνοντας έναν πολύ σύντομο απολογισμό, υπογράμμισε ότι σε αυτά τα δυόμισι χρόνια πετύχαμε τη μεγαλύτερη δημοσιονομική εξυγίανση που έχει γίνει, παράλληλα με σαρωτικές μεταρρυθμίσεις, ανεβήκαμε 111 θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη ανταγωνιστικότητας και θα συνεχίσουμε.
«Πετύχαμε πρωτογενή πλεονάσματα νωρίτερα από τον στόχο και τον επόμενο χρόνο μηδενίζουμε το έλλειμμα συνολικά και με τις πληρωμές του χρέους. Αυτά έδωσαν στη χώρα εικόνα αξιοπιστίας και ασφάλειας. Από αυτή την αναγενητική προσπάθεια για τη χώρα κερδίζουν όλοι. Ο τουρισμός κέρδισε ήδη, οι άλλοι κλάδοι θα ακολουθήσουν» σχολίασε.
Άσκησε κριτική στην αντιπολίτευση, λέγοντας ότι υπάρχουν και κάποιοι που ειρωνέυονται ή προσπαθούν να καταργήσουν τέτοιες επιτυχίες: «Τους βρήκαμε απέναντι, όταν για παράδειγμα καταργήσαμε το καμποτάζ».
Ο κ. Σαμαράς αναφέρθηκε και στον τουρισμό, λέγοντας ότι υπήρξε το μεγάλο στήριγμα της Ελλάδας στις δύσκολες στιγμές και παραμένει η ατμομηχανή και ο μοχλός επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας.
Ο τουρισμός σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο τόσο από ποσοτική όσο και από ποιοτική άποψη. Ο τουρισμός θα διαδραματίσει ρόλο καταλύτη και για άλλους κλάδους και θα δώσει δουλειές και έσοδα στο κράτος, αρκεί να διατηρήσουμε την σταθερή πορεία.
Α. Ανδρεάδης: Η πόλωση στην πολιτική βλάπτει τον τουρισμό
Από την πλευρά του ο πρόεδρος του ΣΕΤΕ κ. Α. Ανδρεάδης ανέφερε:
«Τις τελευταίες εβδομάδες γινόμαστε μάρτυρες μας ακραίας πόλωσης στην πολιτική σκηνή της πατρίδας μας. Το αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την εκτεταμένη αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή και την επιδείνωση των οικονομικών προοπτικών της Ευρώπης, ήδη επηρεάζει την ροή και το ενδιαφέρον για τουριστικές επενδύσεις στην χώρα μας. Εάν η πόλωση συνεχισθεί, φοβόμαστε πως θα έχει αντίκτυπο και στον προγραμματισμό των αεροπορικών θέσεων και στις τουριστικές κρατήσεις της επόμενης περιόδου».
Ο κ. Ανδρεάδης αναφέρθηκε και στον αυξημένο ρόλο του ΣΕΤΕ ως κοινωνικού εταίρου, επισημαίνοντας ότι «δε θα επιτρέψουμε σε κανέναν να το αμφισβητήσει. Δεν δίνουμε σε κανέναν το δικαίωμα να υποδείξει στις τουριστικές επιχειρήσεις και τους φορείς τους τον τρόπο οργάνωσής τους. Η θέση του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων είναι σταθερή: ο τουρισμός πρέπει να μένει μακριά από πολιτικές αντιπαραθέσεις και κομματικά χρώματα. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο ρόλος των Κοινωνικών Εταίρων, έχει πλέον τεράστια βαρύτητα και μεγαλύτερες ευθύνες για το μέλλον της χώρας.»
Ως προς τη συμβολή του ελληνικού τουρισμού, ο κ. Ανδρεάδης αναφέρθηκε στη σημαντική συμβολή του κλάδου στο κομμάτι της ανεργίας: «Με βάση τα στοιχεία του ΙΚΑ Ιανουαρίου – Ιουλίου 2014, τα επαγγέλματα που σχετίζονται με τον τουρισμό, δημιούργησαν 115.000 νέες θέσεις εργασίας, αυξάνοντας τα έσοδα του ΙΚΑ στους συγκεκριμένους κωδικούς κατά 19%. Ο μέσος μικτός μισθός στα ξενοδοχεία της χώρας στο επτάμηνο ήταν 1.000 ευρώ και η μέση απασχόληση 22 ημέρες. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι τα έσοδα του ΙΚΑ από τους άλλους κλάδους της οικονομίας παρουσίασαν πτώση που υπερκαλύφθηκε από την αύξηση των εσόδων από τον τουρισμό».
Απευθυνόμενος προς τον πρωθυπουργό ο κ. Ανδρεάδης επεσήμανε ότι στο πλαίσιο των εξαγγελιών του κ. Σαμαρά για κονδύλια 500 εκατ. ευρώ στον τουρισμό (σε τουριστικές υποδομές και υποστήριξη τουριστικών επενδύσεων), ο κλάδος αναμένει σύντομα «την αναμόρφωση του Επενδυτικού Νόμου σε συνδυασμό με την βέλτιστη αξιοποίηση του νέου ΕΣΠΑ και την αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργούνται από την οδηγία 651. Υπενθυμίζω καίρια ζητήματα στα οποία απαιτείται άμεση παρέμβαση, όπως η αποκατάσταση της ρευστότητας και η μείωση του κόστους χρήματος, η καθιέρωση ενός απλού, ελκυστικού και πάνω από όλα σταθερού φορολογικού συστήματος και η καλύτερη οργάνωση και λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών».