Μέχρι το τέλος της εβδομάδας αναμένεται να καταθέσει το υπουργείο Οικονομικών στη Βουλή βελτιωμένη νομοθετική διάταξη για την αναγνώριση της αναβαλλόμενης φορολογίας των τραπεζών, σύμφωνα με την “Καθημερινή”.
Η νομοθεσία θα προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής και θα περιλαμβάνει τη σημαντική μείωση, από 30 χρόνια που είχε ψηφιστεί, του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο οι τράπεζες θα μπορούν να συμψηφίζουν φόρους με ζημίες (από PSI και “κόκκινα” δάνεια), καθώς και την καταβολή του ποσού της εγγύησης με μετρητά αντί για ομόλογα.
Όπως γράφει η εφημερίδα με τη νέα ρύθμιση η κυβέρνηση αισιοδοξεί ότι θα πετύχει την έμμεση κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών κατά 2-3 δισ. ευρώ ενόψει του stress test, ενισχύοντας σημαντικά τις πιθανότητες να μη χρειαστεί να γίνει χρήση του κεφαλαιακού αποθέματος του ΤΧΣ, που διαμορφώνεται στα 11 δισ ευρώ.
Ωστόσο στελέχη τραπεζών εμφανίζονται επιφυλακτικά για το αν και σε ποιο βαθμό θα επιτραπεί να γίνει χρήση του φορολογικού αυτού πλεονεκτήματος από την ΕΚΤ. Χθες στη Φρανκφούρτη βρέθηκαν στελέχη των τεσσάρων συστημικών τραπεζών που είχαν συναντήσεις με την ΕΚΤ για το συγκεκριμένο θέμα αλλά και για τα ζητήματα που αφορούν την ανάληψη του εποπτικού ελέγχου από την ΕΚΤ τον επόμενο μήνα.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι το θέμα της αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου, ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, προκαλεί έντονο προβληματισμό στην ΕΚΤ. Εκτός από το γεγονός ότι λογιστικά εργαλεία όπως αναβαλλόμενες φορολογικε΄ς υποχρεώσεις παραδοσιακά αντιμετωπίζονται αρνητικά από τους επόπτες υπάρχουν και τρεις ακόμα ειδικοί λόγοι που προβληματίζουν. Ο πρώτος είναι ότι αν αναγνωριστεί εποπτικά ποσό 2 – 3 δισ από τον αναβαλλόμενο φόρο τότε αυτό θα αντιστοιχεί σε 10 – 20% της τρέχουσας καθαρής θέσης των τραπεζών, ποσοστό που κρίνεται υψηλό (σε Πορτογαλία και Ισπανία είναι στο 5%). Η δεύτερη εστία προβληματισμού είναι το μεγάλο απόθεμα των “κόκκινων” δανείων που σήμερα ξεπερνούν το 35% και η τρίτη η γενικότερη κατάσταση στη χώρα και η επιμονή για έξοδο απ’ το πρόγραμμα επιτήρησης.