Του Στέλιου Μορφίδη
Οι δυσμενείς εξελίξεις απ’ το διεθνές επενδυτικό περιβάλλον θέτουν μεγαλύτερες προκλήσεις για την υπό ανασυγκρότηση ελληνική κυβέρνηση τόσο στο τομέα της επίτευξης των στόχων του προγράμματος προσαρμογής όσο και της επιστροφής στις αγορές το 2014. Η νέα πραγματικότητα θέλει αυξημένο κόστος δανεισμού παγκοσμίως, που πολλοί αναλυτές το προσδιορίζουν τουλάχιστον δύο ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα για τις πιο «φερέγγυες» χώρες – ΗΠΑ, Γερμανία – ενώ πάντα ελλοχεύει η απειλή να σκάσει ανεξέλεγκτα η πιστωτική «φούσκα» στην Κίνα, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία νέα παγκόσμια κρίση.
Και φυσικά όλες αυτές οι εξελίξεις καθιστούν σαφές ότι η υπό σύσταση νέα – δικομματική – κυβέρνηση δεν έχει πλέον την ευχέρεια να χάσει ούτε μέρα για την επίτευξη του στόχου της αποκατάστασης της ελληνικής οικονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό απαιτείται και επιλογή ικανών ανθρώπων που θα στελεχώσουν τα λεγόμενα «παραγωγικά» υπουργεία αλλά και αυτά που έχουν τη μεγάλη ευθύνη της αναδιάρθρωσης του δημοσίου ώστε να φύγει η χώρα μπροστά.
Η βίαιη – όπως εξελίσσεται – «διόρθωση» που έχει προκαλέσει στις διεθνείς αγορές ομολόγων η κίνηση της Fed και άλλων μεγάλων Κεντρικών Τραπεζών να προαναγγείλουν περιορισμό της επιθετικής ποσοτικής χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής – κυρίως μέσω της αγοράς ομολόγων – έχουν αλλάξει δραματικά τους συσχετισμούς.
Την περασμένη Παρασκευή η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο απ’ την εποχή της έναρξης του πολέμου στο Ιράκ συμπαρασύροντας βέβαια και τα πάσης φύσεως επιτόκια δανεισμού της αμερικανικής οικονομίας. Από στεγαστικά δάνεια ως επιχειρηματικά δάνεια.
Πλέον η απόδοση της αμερικανικής δεκαετίας διαμορφώνεται στο 2,53% και της τριαντακονταετίας στο 3,58%.
Αντίστοιχη πορεία όμως παρουσιάζουν το σύνολο των ομολόγων του αποκαλούμενου δυτικού κόσμου, είτε αφορούν τον Καναδά, είτε την Βρετανία, τον «πυρήνα» της Ευρωζώνης ή την «Ευρωπεριφέρεια».
Τα 10ετή γερμανικά bunds κατέγραψαν την περασμένη Παρασκευή τη μεγαλύτερη άνοδο εδώ και πέντε μήνες, φθάνοντας το 1,73%. Την ίδια ώρα η απόδοση της ισπανικής δεκαετίας αυξήθηκε στο 4,91% και της ιταλικής στο 4,62%.
Την ίδια ώρα στις αναδυόμενες αγορές καταγράφονται νέες δυσκολίες καθώς το δρόμο της εξόδου έχουν πάρει σημαντικά κεφάλαια. Απ’ την Κορέα ως την Κολομβία και τη Ρωσία ως τη Ρουμανία αναβάλλονται ή περιορίζονται δημοπρασίες ομολόγων καθώς αυξάνονται σημαντικά οι αποδόσεις στη δευτερογενή αγορά.
«Η αγορά προσαρμόζεται σε μία νέα πραγματικότητα», σχολιάζει ο Thomas Roth της Mitsubishi UFJ Securities USA.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Schoders για την οικονομία της Ευρωζώνης Αζάντ Ζανγκάνα συνολικά όλα τα επιτόκια θα σταθεροποιηθούν τουλάχιστον κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες πάνω απ’ τα χαμηλά που έχουν σημειώσει. Και με το δεδομένο αυτό δημιουργούνται και νέα δεδομένα στα υπό αποκλιμάκωση των ελληνικών επιτοκίων. Ήδη απ’ την περασμένη εβδομάδα – και λόγω των πολιτικών εξελίξεων – η απόδοση του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου αναρριχήθηκε στο 11,5%, δύο ποσοστιαίες μονάδες δηλαδή πάνω σε σχέση με το επίπεδο που βρισκόταν στις αρχές του μήνα.
Κάτι φυσικά που φαινομενικά δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερη απόσταση απ’ τον στόχο που έχει τεθεί για μείωση των αποδόσεων κάτω απ’ το 6% ώστε να δοθεί το έναυσμα για την πρώτη δημοπρασία ελληνικών ομολόγων μετά το 2010!
Εξάλλου το τρέχον χρηματοδοτικό πρόγραμμα απ’ την τρόικα καλύπτει τη χώρα μας ως τα τέλη του 2014 – αρχές 2015 και εως τότε θα πρέπει η χώρα θα πρέπει να ξαναμπεί στο χάρτη των διεθνών αγορών. Όπως σημειώνουν όλοι οι αναλυτές για την Ελλάδα καταλυτικό παράγοντα για την επιστροφή της χώρας στις αγορές θα παίξει η απόφαση των Ευρωπαίων εταίρων για νέα απομείωση του ελληνικού χρέους απ’ τον επίσημο τομέα, ώστε να χαρακτηριστεί το δημόσιο χρέος βιώσιμο, και έτσι να ξαναμπεί η χώρα στο «ραντάρ» των θεσμικών επενδυτών. Κάτι όμως που προς το παρόν κανείς δεν περιμένει πριν το καλοκαίρι του 2014.
Και εάν κανείς πει ότι οι εταίροι θα κάνουν το «χρέος» τους να βοηθήσουν ώστε να διαμορφωθεί το κλίμα εκείνο για την αποκατάσταση της ομαλότητας και στη χώρα, υπάρχει ένας μεγάλος άγνωστος Χ στην εξίσωση που μπορεί ανά πάσα στιγμή να τινάξει στον αέρα όχι μόνο την ελληνική προσπάθεια αλλά το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα και κατ’ επέκταση την παγκόσμια οικονομία: η Κίνα.
Η προσπάθεια που καταβάλει η νέα κινεζική κυβέρνηση να εξισορροπήσει την οικονομία της χώρας χωρίς να προκληθεί κατάρρευση της αποτελεί το κρίσιμο στοιχείο για το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας. Εάν δεν τα καταφέρει, αυτό σημαίνει ότι το πλήγμα θα είναι ανυπολόγιστο, μα σίγουρα μεγάλο, για το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας.
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Λι Κεγιάνγκ επιτρέπει τη μεγαλύτερη πίεση εδώ και μία δεκαετία στην πιστωτική ρευστότητα της οικονομίας προκειμένου να απογαλακτίσει από ένα σωρό ρευστού που απειλούσε να αποσταθεροποιήσει τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Προσπαθεί να επιτύχει μία διατηρήσιμη ανάπτυξη που θα τρέχει με ετήσιο ρυθμό κάπου στο 7% απ’ το 9% και άνω των τελευταίων χρόνων.
Ο κίνδυνος είναι ότι στην περίπτωση λάθος χειρισμών γι αυτή την αλλαγή θα περιοριστεί δραματικά η πίστωση και θα πληγεί η οικονομική δραστηριότητα τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.
Ήδη μεγάλες επενδυτικές τράπεζες, απ’ την Barclays ως την HSBC χαμηλώνουν τον πήχυ των εκτιμήσεων τους για την κινεζική οικονομία κάπου στο 7,5%.
Κάτι βέβαια που θα επηρεάσει χώρες απ’ την Αυστραλία ως τη Βραζιλία που εξαρτώνται σημαντικά απ’ την Κίνα μετά τη δυσκολία που είχαν οι αναπτυγμένες οικονομίες να ανακάμψουν απ’ τη χειρότερη ύφεση μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σύμφωνα με την Credit Agricole μάλιστα πέρυσι η Κίνα ήταν υπεύθυνη για το ένα τρίτο της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης το 2012!
Μόλις την περασμένη εβδομάδα ο διευθυντής οικονομικού συντονισμού της JPMorgan Chase στη Νέα Υόρκη, David Hensley, εξέφρασε την ανησυχία του και για τις αγορές.
«Εάν ο κόσμος φοβηθεί για την Κίνα τότε θα μπορούσε να υπάρξει ένα τέτοιο παγκόσμιο γεγονός που θα επηρέαζε το επενδυτικό κλίμα και θα ενίσχυε τις αρνητικές δυνάμεις στην αγορά», είπε χαρακτηριστικά.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον η ελληνική οικονομία, που αντιμετωπίζει τα δικά της μεγάλα προβλήματα, καλείται να προσαρμοστεί. Και το ερώτημα είναι εάν η νέα κυβέρνηση με μία βαριά και μεγάλη ατζέντα θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις δυσκολίες που υπάρχουν. Είτε αυτές πηγάζουν απ’ την ίδια την προσπάθεια «εξυγίανσης» και μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας υπό τον κίνδυνο πάντα μίας πολιτικής αποσταθεροποίησης που μπορεί να τινάξει κάθε προσπάθεια στον αέρα, είτε προερχόμενες απ’ το εξωτερικό και επηρεάζοντας άμεσα προς την κατεύθυνση της παγκόσμιας αύξησης του κόστους δανεισμού, της υποχώρησης του παγκόσμιου ρυθμού ανάπτυξης (που θα επηρεάσει και εμάς είτε απ’ τις εξαγωγές είτε απ’ τον τουρισμό).
Εξάλλου ο κρίσιμος παράγοντας των αποκρατικοποιήσεων και της προσέλκυσης ξένων επενδυτών θέλει σταθερότητα και αυτή σήμερα δεν φαίνεται εξασφαλισμένη.