Η επίσκεψη του κ. Σόιμπλε στην Αθήνα απογοήτευσε πολλούς, καθώς αντί να μοιράσει λύσεις -ή έστω υποσχέσεις- για κρίσιμα θέματα που απασχολούν την Ελλάδα (κάλυψη χρηματοδοτικού κενού, κούρεμα του χρέους που κατέχει ο επίσημος τομέας), αντιθέτως έσπευσε να “ξεκόψει” ότι τίποτα δεν θα προχωρήσει στο άμεσο μέλλον και χωρίς να έχουν πρώτα επιτευχθεί οι στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα.
Αντιθέτως, ο ίδιος βελτίωσε την πολιτική εικόνα του εν όψει των εκλογών στις 22 Σεπτεμβρίου, “έτριξε” παρασκηνιακά τα δόντια στην ελληνική κυβέρνηση για την καθυστέρηση στις αποκρατικοποιήσεις και πίεσε για προώθηση των σχεδίων πώλησης κρατικής περιουσίας.
Διαψεύστηκαν έτσι οι ελπίδες που είχε η ελληνική πλευρά για “στροφή” των Γερμανών μετά τις εθνικές εκλογές τους στις 22 Σεπτεμβρίου, ελπίδες που μεταφέρονταν και στη Γερμανία και έδιναν λαβή στους πολιτικούς αντιπάλους του κ. Σόιμπλε, οι οποίοι τον κατηγορούσαν ότι κοροϊδεύει το εκλογικό σώμα.
Στην ουσία, η επίσκεψη στην ΑΘήνα ήταν μια ευκαιρία για τον κ. Σόιμπλε να διαβεβαιώσει το εκλογικό σώμα του ότι δεν πρόκειται να παρεκκλίνει από την αυστηρή πολιτική, ούτε θα διαφοροποιηθεί από αυτήν μετά τις εκλογές.
Υπό γερμανική εποπτεία οι επενδύσεις
Επί του πρακτέου, λοιπόν, το μόνο που έμεινε από την επίσκεψη του Γερμανού υπουργού Οικονομικών είναι η πολυδιαφημισμένη συμφωνία για το νέο αναπτυξιακό ταμείο, στο οποίο θα συμμετέχει και η κρατική γερμανική τράπεζα KFW.
Με τη συμφωνία αυτή, όμως, επί της ουσίας, η Γερμανία αναγορεύεται σε τοποτηρητή και επόπτη των επενδύσεων που θα γίνονται στην Ελλάδα είτε αυτές προέρχονται από ιδιωτικά κεφάλαια από την Ελλάδα και το εξωτερικό, είτε από ευρωπαϊκά κονδύλια (ΕΣΠΑ).
Η γερμανική πλευρά αποκτά έτσι με άμεσο τρόπο μεγάλη οικονομική αλλά και πολιτική επιρροή στη διακίνηση σημαντικών κονδυλίων και στο επιχειρηματικό γίγνεσθαι στη χώρα μας.
Επιπλέον, οικονομικοί παράγοντες σημείωναν ότι με τον τρόπο αυτό η επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας στην Ελλάδα μετατρέπεται σε διμερές θέμα (Ελλάδα-Γερμανία) αντί να αντιμετωπίζεται ως ευρωπαϊκή υπόθεση.
Οι αποκρατικοποιήσεις και η κρατική περιουσία
Αν και επισήμως υπήρξαν μόνο “καλά λόγια” για την ελληνική προσπάθεια, διπλωματικές πηγές έλεγαν ότι το τελευταίο διάστημα από τη γερμανική πλευρά εκφράζονται το τελευταίο διάστημα αρκετές επιφυλάξεις για τις καθυστερήσεις στους αργούς ρυθμούς με τους οποίους προχωρά το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, ενώ ορισμένες χώρες φθάνουν στο σημείο να πιέζουν για να μεταφερθεί ο έλεγχος της διαδικασίας από το ΤΑΙΠΕΔ σε φορέα που θα εδρεύει στο εξωτερικό και θα ελέγχεται από τους δανειστές.
Ορισμένοι μάλιστα πιστεύουν ότι το χρηματοδοτικό κενό θα πρέπει να καλυφθεί μέσω των αποκρατικοποιήσεων, ενώ επαναφέρουν και το σχέδιο για πώληση κρατικής περιουσίας μέσω ομολόγων, τα οποία θα προκύψουν από τιτλοποίηση δημοσίων εκτάσεων και ακινήτων (διαβάστε περισσότερα εδώ).
Ήδη γίνεται επεξεργασία για το θέμα αυτό, σε συνεργασία μάλιστα με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Διάσωσης (ESM), ο οποίος πιθανόν να είναι και ανάδοχος για τα ομόλογα αυτά.
Σε κάθε περίπτωση η εντατικοποιηση των αποκρατικοποιήσεων, η πώληση κρατικής περιουσίας σε συνδυασμό με την εισροή επενδυτικών κονδυλίων δημιουργούν σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες, για τις οποίες η γερμανική πλευρά επιδεικνύει ενδιαφέρον και έγινε σαφές ότι κινείται ήδη για να διασφαλίσει τους καλύτερους όρους για εκείνη.
Γ.Χ.Π.