search icon

Οικονομία

Η εφιαλτική πραγματικότητα που αποκαλύπτει η έκθεση της ΙΝΕ.ΓΣΕΕ

Όπως παρατηρείται στο Διάγραμμα 26, μέχρι και το 2003, το επίπεδο παραγωγικότητας στην Ελλάδα ανήλθε θεαματικά σε σύγκριση με το αντίστοιχο μέσο σταθμισμένο επίπεδο των 36 πιο αναπτυγμένων χωρών, με τις οποίες πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος των ανταλλαγών της χώρας (με εξαίρεση το πετρέλαιο). Εν συνεχεία, όμως...

Όπως παρατηρείται στο Διάγραμμα 26, μέχρι και το 2003, το επίπεδο παραγωγικότητας στην Ελλάδα ανήλθε θεαματικά σε σύγκριση με το αντίστοιχο μέσο σταθμισμένο επίπεδο των 36 πιο αναπτυγμένων χωρών, με τις οποίες πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος των ανταλλαγών της χώρας (με εξαίρεση το πετρέλαιο). Εν συνεχεία, όμως, η πορεία αυτή, της ταχύτερης αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα έναντι των άλλων αναπτυγμένων χωρών, ανακόπηκε και αντιστράφηκε.

Αυτές οι εξελίξεις σχετίζονται καταρχήν με το γεγονός ότι η παραγωγικότητα στην Ελλάδα ακολουθούσε, ήδη από το 2004, πορεία επιβράδυνσης (η ανάπτυξη των ετών 2004-2007 δεν βασίστηκε στην αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων αλλά στην επέκταση της παραγωγής χαμηλής έντασης κεφαλαίου).

Σε αυτήν την επιβράδυνση προστέθηκαν οι επιπτώσεις της κρίσης και κατά την εξαετία 2008-2013 η υποχώρηση της παραγωγικότητας της εργασίας έναντι των 36 πιο προηγμένων χωρών του κόσμου ανήλθε αθροιστικά σε 8,4%.

Οι ιδιωτικές και συνολικές ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ, αποτυπώνονται στο Διάγραμμα 28. Στο ίδιο Διάγραμμα φαίνονται και οι μεταβολές των συνολικών καθαρών επενδύσεων ως ποσοστό του καθαρού εγχώριου προϊόντος. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ φθίνουν από το 2004. Διατηρήθηκαν, εντούτοις, σε επίπεδα ελαφρώς κατώτερα από αυτά του 2004 μέχρι και το 2007, τόσο σε ό,τι αφορά το σύνολο της οικονομίας, όσο και τον ιδιωτικό τομέα. Σχεδόν παράλληλη πορεία με τις ακαθάριστες επενδύσεις, ακολούθησαν και οι καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, οι οποίες παρέμειναν περίπου σταθερές από το 2003 μέχρι και το 2007 στο επίπεδο του 13%. Από το 2008, όμως, εμφανίζονται οι επιπτώσεις της κρίσης και κατά το 2009- 2013, η πτώση της επενδυτικής προσπάθειας πήρε δραματική μορφή για όλους τους δείκτες. Ειδικότερα, οι καθαρές συνολικές επενδύσεις κατέρρευσαν στο -10% περίπου του ΑΕΠ (Διάγραμμα 28).

Μπορεί οι εξαγωγικές επιδόσεις της Ελλάδας να μην βελτιώνονται, αλλά μειώνονται οι εισαγωγές επειδή καταρρέουν τόσο το επίπεδο διαβίωσης των εργαζόμενων τάξεων, όσο και οι επενδύσεις που δημιουργούν ζήτηση για εισαγόμενα προϊόντα. Ως αποτέλεσμα, εάν δεν λάβουμε υπόψη μας το πετρέλαιο και τις δαπάνες για πλοία, το εξωτερικό εμπόριο είναι ήδη πλεονασματικό (οι εξαγωγές δηλαδή είναι μεγαλύτερες από τις εισαγωγές) και μειώνονται ανάλογα οι ανάγκες για εξωτερικό δανεισμό. Συμπερασματικά, αντί να αυξηθούν οι εξαγωγές στο ύψος του επιπέδου διαβίωσης των εργαζόμενων τάξεων που διαμορφώθηκε στη δεκαετία του 2000, προσαρμόζεται το επίπεδο διαβίωσης στο χαμηλό επίπεδο των εξαγωγών.

Η ισχυρή συσχέτιση του συνόλου των αμοιβών εργασίας με την εσωτερική ζήτηση φαίνεται και στο Διάγραμμα 42.

Στο Διάγραμμα 47 αποτυπώνεται η σύγκριση παραγωγικότητας και μέσης πραγματικής αμοιβής (υπολογισμένη ανά απασχολούμενο). Στη διάρκεια των ετών 2000-2008 συνολικά, η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 5,5% περισσότερο από την αγοραστική δύναμη των μέσων αποδοχών. Κατά το 2009, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξαιτίας της υποχώρησης του δείκτη τιμών καταναλωτή και με δεδομένη την ύπαρξη προγενέστερων συμβάσεων για τους ονομαστικούς μισθούς του 2009, υπήρξε σημαντική αύξηση των μέσων πραγματικών αποδοχών κατά 3,2%, ενώ ταυτοχρόνως υποχωρούσε η παραγωγικότητα της εργασίας κατά 3,0%. Έτσι, στα στοιχεία της βάσης Ameco της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που φαίνονται στο Διάγραμμα 45, εμφανίζεται αύξηση της αγοραστικής δύναμης του μέσου μισθού, κατά το 2009 , με την οποία ανακτήθηκε ολόκληρο το έδαφος που είχαν χάσει οι πραγματικοί μισθοί έναντι της παραγωγικότητας της εργασίας στην διάρκεια των ετών 1995-2008. Ωστόσο, οι μειώσεις των μέσων πραγματικών αποδοχών ανά απασχολούμενο, κατά την τετραετία 2010-2013, υπολογισμένες με βάση τον δείκτη τιμών καταναλωτή, δηλαδή ως αγοραστική δύναμη, υπερέβησαν κατά πολύ τις αντίστοιχες μειώσεις της παραγωγικότητας της εργασίας. Έτσι, στην τετραετία 2010-2013 διευρύνθηκε θεαματικά το χάσμα της αγοραστικής δύναμης των μισθών έναντι της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μεγάλη μείωση του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ και την μεγάλη άνοδο του λόγου κερδών / μισθών.

Κινδυνεύει η οικονομία από την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα προηγούμενα επιπεδά του;

Η άποψη ότι κάθε αύξηση των μισθών, σε κάθε δυνατή συγκυρία μειώνει τα κέρδη, είναι εσφαλμένη.

Ξεκινώντας από ένα σημείο βαθιάς ύφεσης υπάρχουν τα περιθώρια να αυξηθούν οι μισθοί και παράλληλα με αυτούς να αυξηθούν ή έστω να μην μειωθούν τα κέρδη.

Για να συμβαίνει αυτό απαιτείται η παραγωγικότητα της εργασίας να προοδεύει μαζί με τον όγκο της παραγωγής.

Μια πολιτική ανάπτυξης με αύξηση των μισθών (wage -led growth ), θα αυξήσει τις πωλήσεις και θα μειώσει το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό, δημιουργώντας έτσι έσοδα που θα αντισταθμίσουν τις αυξήσεις των μισθών ως κόστος.

Στην Ελλάδα οι επιχειρήσεις έχουν αυξημένο διαθέσιμο εισόδημα σε διεθνή σύγκριση, το οποίο μάλιστα αυξήθηκε κατακόρυφα στη διάρκεια της τελευταίας διετίας.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι δυνατή και απαιτείται να επιδιωχθεί. Το πρώτο κύμα μισθολογικών αυξήσεων, που θα έχει προέλθει από την αύξηση του κατώτατου μισθού και την μεταρρύθμιση των θεσμών της αγοράς εργασίας, θα προκαλέσει (ενδεχομένως σε συνδυασμό και με άλλες αποφάσεις μακροοικονομικής φύσης) αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, της εσωτερικής ζήτησης, της παραγωγής, της απασχόλησης, των κερδών.

 

Exit mobile version