Το κόστος της ενέργειας, η υψηλή φορολογία και τα πολλά προβλήματα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας οδηγούν σε αλλαγές στην ηγεσία του ΣΕΒ
Του Παναγιώτη Μπουσμπουρέλη
Καζάνι που βράζει μοιάζει ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών με πολλές αιχμές για την κυβερνητική πολιτική. Οπως αναφέρουν μάλιστα κορυφαίες προσωπικότητες βιομηχανικών ομίλων που απασχολούν χιλιάδες εργαζομένους και έχουν κλείσει δεκαετίες παρουσίας στη χώρα, η συσσώρευση των προβλημάτων τείνει να οδηγήσει σε μια εκρηκτική κατάσταση, με πρώτη επίπτωση τη μεταφορά παραγωγικών μονάδων σε γειτονικές χώρες όπως η Τουρκία, όπου το κόστος είναι 50% χαμηλότερο.
Αν και αυτό θα μπορούσε να ακουστεί εκβιαστικό, εντούτοις οι βιομηχανίες έχουν ένα αδιάσειστο τεκμήριο: μια συνολική αύξηση της φορολογίας που υπολογίζεται πια στο 100% με τις επιβαρύνσεις του μνημονίου, αλλά και ένα ενεργειακό κόστος απαγορευτικό για τη ανταγωνιστικότητά τους. Οπως λένε λοιπόν οι επιχειρηματίες: «Ας μη νομίζουν στην κυβέρνηση ότι η μείωση μισθών έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά μας όταν οι λοιπές επιπτώσεις των μέτρων είναι καταλυτικές». Για παράδειγμα, το τελευταίο νομοθέτημα για μείωση των αποσβέσεων στις επενδύσεις παγίων που εκπίπτουν από τα φορολογητέα κέρδη επιβάρυνε εκ νέου το επιχειρείν. Επιχειρηματικές δε κινήσεις όπως η μεταφορά έστω μικρών μονάδων -σε πρώτη φάση στις αρχές του 2014- σε βαλκανικές χώρες μπορούν να οδηγήσουν σε ένα αρνητικότατο παιχνίδι εντυπώσεων για την οικονομική πολιτική, που στόχο θα έχει να προβάλλει την προσέλκυση και όχι τη φυγή επενδύσεων σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο που φαίνεται να διαγράφεται.
Εντονος είναι ο προβληματισμός στον όμιλο ΒΙΟΧΑΛΚΟ, όπου η οικογένεια Στασινόπουλου υπογραμμίζει ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος έχει καταστήσει προβληματική την ανταγωνιστικότητα και αυτό δεν γίνεται αντιληπτό από κανέναν. Στο πλαίσιο αυτό ζητά τη μεγαλύτερη ενεργοποίηση του προέδρου του ΣΕΒ κ. Δημήτρη Δασκαλόπουλου, ο οποίος δέχεται κριτική για την τακτική που ακολουθεί.
Έκλεισε τον κύκλο του
Ο ίδιος, όμως, ύστερα από 8ετή θητεία αισθάνεται ότι έχει κλείσει τον κύκλο του και για τον λόγο αυτό ο ΣΕΒ θα πάει σε διάδοχη κατάσταση. Οπως πάντως ο ίδιος ο κ. Δασκαλόπουλος εκμυστηρεύεται σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, περίμενε ότι θα μπορούσε να καταφέρει περισσότερα πράγματα κατά τη διάρκεια της θητείας του. Το πρόσωπο που η επιχειρηματική κοινότητα θα θεωρούσε ιδανικό για τον ρόλο του προέδρου του ΣΕΒ είναι ο κ. Ευάγγελος Μυτιληναίος, πρόεδρος του ομώνυμου ομίλου, ο οποίος κινητοποιήθηκε την τελευταία διετία φτάνοντας μέχρι το γραφείο του κ. Ολι Ρεν για τα ελληνικά ζητήματα. Ο ίδιος όμως δηλώνει ότι δεν προτίθεται να αναλάβει τέτοια υποχρέωση, αλλά ζητά την ενεργοποίηση όλων των κορυφαίων σε ένα ισχυρό διοικητικό συμβούλιο με εκτελεστικό πρόεδρο που θα έχει αυξημένη παρέμβαση σε πολιτικό επίπεδο.
Νέοι ρόλοι
Όπως φαίνεται, τον ρόλο αυτό θα αναλάβει ο κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος, πρόεδρος της Chipita, ο οποίος δηλώνει: «Σκέφτομαι πολύ σοβαρά να δεχτώ αν μου προτείνουν, την ώρα μάλιστα που η βιομηχανία έχει υποστεί μια αύξηση της φορολογίας κατά 100% αθροιστικά». Ο χάρτης των προσώπων του νέου ΣΕΒ κλείνει με τον κ. Δημήτρη Παπαλεξόπουλο, τον διευθύνοντα του Τιτάνα, που ανέλαβε πρόσφατα να διαχειριστεί το ενεργειακό ζήτημα και θα έχει σημαίνοντα ρόλο στη συνέχεια, καθώς ο πατέρας του Θεόδωρος υπήρξε ο πρόεδρος του συνδέσμου από τη δεκαετία του ’80, όταν η ελληνική οικονομία ανέκαμπτε.
Αντιδράσεις
«Εχουμε ταυτιστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ»
«Μας ακούει κανείς μετά τη γενική συνέλευση του Μαΐου; Αφού πιστεύουν ότι είμαστε ΣΥΡΙΖΑ», αναφέρει κορυφαίος επιχειρηματίας και ενεργός στα πράγματα του ΣΕΒ, ο οποίος δεν έχει σχέσεις με προμήθειες του Δημοσίου.
Ο ίδιος ο κ. Δασκαλόπουλος δηλώνει «ότι ο ΣΕΒ πρέπει να είναι ένας φορέας ανοιχτός στην κοινωνία και όχι ένα μαγαζί που εξυπηρετεί στενά συμφέροντα». Συμπληρώνει, όμως, ότι η υπόθεση της πρόσθετης φορολογίας που αφορά στους ειδικούς φόρους είναι ένα ζήτημα που ο ίδιος έχει υπερτονίσει προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Οικονομικών, οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν έχουν αντιδράσει. Αναφερόμενος στη σχέση του με τον κ. Στασινόπουλο, τη χαρακτηρίζει «σαν μια γλυκιά διαφωνία από τον πάντα απαιτητικό επιχειρηματία, στον οποίο δίνεται πάντα η δέουσα προσοχή».