Του Δημήτρη Παφίλα
Ουδεμία σχέση με την οικονομία και, κυρίως, την αγορά, έχουν οι σύμβουλοι ( Απ. Ρεφενές) του Υπουργού Οικονομικών, ωστόσο επιμένουν στην επιβολή φόρου 15% (υπεραξίας), αντί να υιοθετήσουν το μοντέλο που εφαρμόζουν αρκετές μεγάλες χρηματιστηριακές αγορές. Οι τελευταίες, καταγράφουν με αναλυτικά πινακίδια τα ποσά που αντιστοιχούν σε φόρους, στην αρχή του χρόνου και στο τέλος, βγάζοντας έτσι τη διαφορά και κατ’ επέκταση το κέρδος ή τη ζημιά του κάθε επενδυτή.
Ενώ λοιπόν το κράτος εισπράττει δισεκατομμύρια από τους φόρους συναλλαγών, επιμένει να φέρει και τον φόρο υπεραξίας λες και οι Έλληνες επενδυτές είναι σαν τους Ελβετούς που περιμένουν επί χρόνια να κάνουν δυο πράξεις, της αγοράς και της πώλησης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, τα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών δεν αποδέχθηκαν τη μελέτη του χρηματιστηρίου, ούτε του ΣΜΕΧΑ, όπου αναλύει τα έσοδα τα οποία θα απωλέσει το δημόσιο. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει σαφής διάκριση στη φορολόγηση έναντι των ξένων επενδυτών, που ενδεχομένως να καταπέσει στα δικαστήρια.
Με βάση την τελική ρύθμιση δεν θα ισχύσει αφορολόγητο για τις 25.000 ευρώ. Επιπλέον, ενω είχε ζητηθεί απο τον ΣΜΕΧΑ να αποσύρουν τις τρεις πράξεις συναλλαγών στην Εναλλακτική αγορά, η διάταξη δεν αποσύρθηκε, έτσι η αγορά θα παραμείνει και οι επενδυτές θα πρέπει να αγοράσουν βιβλία εσόδων και εξόδων.