search icon

Οικονομία

Eurobank: Μόνο με αύξηση των εξαγωγικών δραστηριοτήτων θα επιστρέψει στην ευμάρεια η Ελλάδα

Για να επανακτήσει η Ελλάδα, σε στέρεες βάσεις, το επίπεδο ευμάρειας στο οποίο είχε μάθει μέχρι το 2009 θα πρέπει να αυξήσει κατά περίπου 1,5 φορά τα έσοδά της από εξαγωγικές δραστηριότητες (αγαθά και υπηρεσίες).

Παρ’ ότι έχουν περάσει τρία και πλέον χρόνια από την έναρξη εφαρμογής του προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, και ενώ είναι ευρέως αποδεκτή η ουσιαστική χρεοκοπία του βασικού οικονομικού μοντέλου που ακολουθήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, συνεχίζουν ακόμα να μην είναι ευδιάκριτες, έστω και σε πρώιμη μορφή, οι ουσιαστικές τομές στις δομές της πραγματικής οικονομίας που θα οδηγήσουν σε μια σταθερή, μακροχρόνια ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Τα παραπάνω αναφέρει άρθρο του Δρος Κωνσταντίνου Α. Παπαδόπουλου, Συμβούλου Διοίκησης επί Ευρωπαϊκών και Οικονομικών Θεμάτων της Eurobank, με τίτλο: «Η Πραγματική Σημασία της Εξωστρέφειας και των Μεταρρυθμίσεων», το οποίο περιλαμβάνεται στο 7o τεύχος της περιοδικής έκδοσης Οικονομία και Αγορές της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών και Προβλέψεων της Eurobank, της οποίας προΐσταται ο Καθηγητής κ. Γκίκας Χαρδούβελης.

Όπως επισημαίνεται, για να επανακτήσει η Ελλάδα, σε στέρεες βάσεις, το επίπεδο ευμάρειας στο οποίο είχε μάθει μέχρι το 2009 θα πρέπει να αυξήσει κατά περίπου 1,5 φορά τα έσοδά της από εξαγωγικές δραστηριότητες (αγαθά και υπηρεσίες).

Η προβληματική παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας

Το αληθινό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι το δημοσιονομικό έλλειμμα και η προσαρμογή που απαιτεί. Όπως είδαμε στην πράξη, το έλλειμμα, με τον έναν ή άλλον τρόπο – σε κάθε περίπτωση οδυνηρό και κοινωνικά άδικο – μπορεί να τιθασευθεί. Το αληθινό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν και είναι η παραγωγική βάση της.

Τούτου λεχθέντος, η ως άνω θέση, από μία άποψη, ίσως αδικεί εν μέρει τον ιδιωτικό τομέα. Μεταξύ των πολλών κρατικογενών εμποδίων που έχει να αντιμετωπίσει, ας εστιάσουμε στο δημοσιονομικό έλλειμμα, μιας και αυτό ήταν που πυροδότησε την ελληνική κρίση. Το δημοσιονομικό έλλειμμα ασφαλώς επέτεινε, παρέτεινε και παγίωσε χρόνιες δομικές αδυναμίες της παραγωγικής βάσεως: η διογκούμενη ζήτηση που προήλθε από το συνεχώς αυξανόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα – προφανώς, μία συνειδητή πολιτική επιλογή – αντί να απευθυνθεί στην εγχώρια παραγωγή, δίνοντάς της κίνητρα να αναπτυχθεί περαιτέρω, βρήκε άμεση και εύκολη ικανοποίηση μέσω των εισαγωγών, η άλλη δυνατότητα που παρείχε ο εξωτερικός κρατικός δανεισμός, και η άλλη όψη των ροών του χρήματος. Η «λύση» των εισαγωγών δημιούργησε μία ακόμα κατηγορία στρεβλώσεων, σε επίπεδο επιχειρηματικών κινήτρων, ενθαρρύνοντας την σταδιακή ανάδειξη μίας οικονομίας εξυπηρετήσεως καταναλωτικών απαιτήσεων, παρά μίας οικονομίας εμπλουτισμού παραγωγικών δυνατοτήτων.

Σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν η αδύναμη παραγωγική βάση αντικατοπτριζόταν σε ένα ανάλογα χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε μία κλιμακούμενη αναντιστοιχία μεταξύ του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων και της συγκεκριμένης παραγωγικής βάσεως. Τούτο αντανακλάτο στο τεράστιο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών – ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, και άρα ασφαλώς μη διατηρήσιμο εσαεί, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι η πρώτη παρατηρούμενη κάμψη στον ρυθμό μεγεθύνσεως του ΑΕΠ θα υπονόμευε ευθέως την ικανότητα εξυπηρετήσεως των διογκούμενων τοκοχρεολυσίων.

Το έλλειμμα αυτό ερμηνεύθηκε – κάπως απλουστευτικά (διότι δεν γνωρίζουμε πώς θα ανταποκρινόταν ο ιδιωτικός τομέας υπό άλλες συνθήκες) – ως ενδεικτικό τού «ελλείμματος ανταγωνιστικότητος» από το οποίο έπασχε η ελληνική οικονομία. Δυστυχώς, στην πράξη έλλειμμα ανταγωνιστικότητος υπήρξε, διότι ενώ η οικονομία έμπαινε σε ύφεση ήδη το 2008, τα δάνεια κλιμακώνονταν. Τι σημαίνει αυτό για τις μελλοντικές προοπτικές της Ελλάδος στο παγκοσμιοποιημένο σύστημα, και τι σημαίνει για το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων στο μέλλον;

Για να τεθεί η ελληνική οικονομία σε στέρεες βάσεις μακροπρόθεσμα, και να ευθυγραμμισθεί με τα κρατούντα στην Ευρωζώνη, θα πρέπει να αναπτύξει νέες, επί πλέον, εξαγωγικές δραστηριότητες που να ισοδυναμούν με το 20% με 25% του ετησίου ΑΕΠ. Σήμερα, η συνολική αξία των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών αντιστοιχεί περίπου στο 24% του ΑΕΠ. Ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη είναι 46%.

Και ενώ οι εξαγωγικές επιδόσεις της Χώρας αποκλίνουν τόσο σοβαρά από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, η αγοραστικές της προτιμήσεις (και ειδικώτερα, η ροπή προς εισαγωγές, ως ποσοστό τού ΑΕΠ) είναι, με 32% του ΑΕΠ, πιο στραμμένες προς τα εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες απ’ ό,τι είναι της Γαλλίας (28%), της Ιταλίας (28%) ή της Ισπανίας (29%).

Exit mobile version