Του Κωστή Χ. Πλάντζου
Σχέδιο να αποκλείσουν τους ελεύθερους επαγγελματίες που δηλώνουν χαμηλούς τζίρους από το να υποβάλλουν δηλώσεις ΦΠΑ εξετάζει το υπουργείο Οικονομικών. Στόχος είναι να αποκλειστούν 400.000 εξ αυτών από το καθεστώς ΦΠΑ μετά τη διαπίστωση της τρόικας ότι όσοι δηλώνουν πολύ χαμηλούς τζίρους -έως 25.000 ευρώ τον χρόνο- εισπράττουν ως επιστροφή φόρου από το Δημόσιο 200 εκατ. ευρώ περισσότερα απ’ όσα αποδίδουν σε ΦΠΑ.
Η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες χώρες της Ε.Ε. που δεν έχουν καθιερώσει ένα ελάχιστο όριο τζίρου («κατώφλι») για την εγγραφή των επαγγελματιών στο καθεστώς του ΦΠΑ. Αυτό ίσως δεν θα αποτελούσε πρόβλημα αν το Δημόσιο μπορούσε να ελέγξει τη γνησιότητα των δαπανών που δηλώνουν οι 980.000 υπόχρεοι ΦΠΑ κάθε μήνα.
Αν και σχετική εισήγηση είχε γίνει από την ομάδα Ράιχενμπαχ από το 2012, η πρόταση είχε μείνει στο συρτάρι. Τώρα όμως επανέρχεται και στο υπουργείο Οικονομικών εξετάζουν τρόπους για την εφαρμογή της. Το σχέδιο που βρίσκεται στο τραπέζι προβλέπει να μην υπάγεται σε ΦΠΑ το 42% των επιτηδευματιών (φυσικά πρόσωπα) που έχουν τζίρους έως 10.000 ευρώ τον χρόνο.
Το σχέδιο
Οι υποστηρικτές του μέτρου τονίζουν πως 210.000 υπόχρεοι ΦΠΑ (ένας στους πέντε) που δηλώνουν μηδενικό τζίρο παίρνουν επιστροφές ΦΠΑ 112 εκατ. ευρώ. Αλλοι τόσοι υπολογίζονται κι εκείνοι που δηλώνουν τζίρους από 0,01 έως 10.000 ευρώ τον χρόνο. Οι τελευταίοι, ενώ έπρεπε να πληρώσουν περί τα 235 εκατ. ευρώ ως ΦΠΑ που έχουν εισπράξει, εμφανίζουν ΦΠΑ δαπανών 325 εκατ. ευρώ, με αποτέλεσμα το Δημόσιο (μετά τον συμψηφισμό) να οφείλει να τους επιστρέψει και 90 εκατ. ευρώ επιπλέον. Επειδή θα κόστιζε πολλά στο κράτος να ελέγχει διαρκώς τόσους πολλούς μικροεπαγγελματίες, προτείνεται να εξαιρεθούν συλλήβδην όλοι από τον ΦΠΑ, με στόχο να μην μπορούν να ζητήσουν επιστροφές φόρων.
Στον αντίποδα, στο επιτελείο του κ. Γιάννη Στουρνάρα ακούγονται και ισχυρά αντεπιχειρήματα νομικής και πρακτικής φύσεως. Η αντίφαση με το δόγμα «ΦΠΑ παντού» που επεβλήθη λόγω μνημονίου είναι προφανής, αφού τα τελευταία χρόνια με διάφορους νόμους έχουν μεταταχθεί μαζικά στο καθεστώς ΦΠΑ δεκάδες χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κ.λπ. Επιπλέον, ερωτήματα προκύπτουν στη δημόσια διοίκηση αναφορικά με το πώς θα μπορούσε να εντάσσεται ή να απεντάσσεται ένας επαγγελματίας σε καθεστώς ΦΠΑ, όποτε αυξομειώνεται ο τζίρος του.
Για παράδειγμα, οι συμβολαιογράφοι είχαν μέχρι πρότινος υψηλούς τζίρους λόγω της αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονταν, πλέον όμως η αξία των συμβολαίων έχει μειωθεί σχεδόν 90%. Αν παρ’ όλα αυτά κάποιος αναλάβει ξαφνικά δύο-τρία πολύ μεγάλα συμβόλαια, μπορεί να καθίσταται υπόχρεος προτού καλά-καλά το καταλάβει και ο ίδιος. Οι εναλλαγές αυτές ενδέχεται να δημιουργήσουν ακόμη και συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού στην αγορά, αν κάποιοι εκμεταλλευτούν το νέο σύστημα για να τιμολογούν φθηνότερα χωρίς να χρεώνουν ΦΠΑ για τις υπηρεσίες τους. Αυτομάτως θα αποκλείονταν όμως και ολόκληροι κλάδοι που φοροδιαφεύγουν δηλώνοντας ευτελείς ετήσιους τζίρους, όπως υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, κομμωτές κ.λπ.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους εισηγητές του σχεδίου, αυτό θα αφορά μόνο στα φυσικά πρόσωπα (ατομικές επιχειρήσεις) και θα πρέπει αυτά, προτού επιλέξουν, να παραμείνουν στο σύστημα ΦΠΑ για τουλάχιστον πέντε χρόνια. Επιπλέον, τυχόν επιστροφές δεν θα γίνονται άμεσα απαιτητές αλλά αφού ξεπεράσουν πρώτα ένα ελάχιστο ποσό πιστωτικού ΦΠΑ που θα έχει συσσωρευτεί μέχρι να το εισπράξουν.
Σε κάθε περίπτωση, στο υπουργείο Οικονομικών διευκρινίζουν ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ της απαλλαγής αυτής και του μηδενικού συντελεστή ΦΠΑ, ο οποίος διατηρείται κατά παρέκκλιση σε ορισμένα κράτη-μέλη όπως και στη χώρα μας. Αυτός έχει ως αποτέλεσμα η τελική τιμή που ζητείται από τον καταναλωτή να μην ενσωματώνει υπολειπόμενο ΦΠΑ.
Αντιθέτως, όπως προβλέπει και η σχετική κοινοτική οδηγία, αν ο υποκείμενος στον φόρο απαλλάσσεται από τον ΦΠΑ για την παράδοση των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών, δεν έχει δικαίωμα έκπτωσής του που βαρύνει τις αγορές. Στην περίπτωση μιας τέτοιας απαλλαγής χωρίς δικαίωμα έκπτωσης, η τιμή που καταβάλλει ο τελικός καταναλωτής συνεχίζει συνεπώς να ενσωματώνει έναν «κρυφό» ΦΠΑ τον οποίο πληρώνει.