Του Βασίλη Αναστασόπουλου
Της… μόδας φαίνεται πως είναι εσχάτως ο όρος «άστεγος δισεκατομμυριούχος» και αυτό οφείλεται, εν πολλοίς, στον 52χρονο (γεννημένος στις 10 Αυγούστου του 1961) Αμερικανογερμανό Νίκολας Μπέργκρουεν, που ζει την ονειρεμένη ζωή ενός αυθεντικού μπον βιβέρ δίχως να νοιάζεται για τη φυσική ιδιοκτησία. Εχοντας πουλήσει το πολυτελές διαμέρισμά του στον 31ο όροφο του «Pierre Hotel» στο Μανχάταν, αλλά και το μέγαρο που διατηρούσε σε ιδιωτικό νησί κοντά στο Μαϊάμι, ο κ. Μπέργκρουεν απέκτησε το προσωνύμιο του «άστεγου δισεκατομμυριούχου» καθώς αρέσκεται στο να ταξιδεύει ανά τον κόσμο και να κάνει «check-in» στα πολυτελέστερα ξενοδοχεία, ζώντας ως ένας σύγχρονος νομάς. Μοναδική του… περιουσία, εκτός βέβαια από τα 2,5 δισ. δολάρια που του αποδίδει το οικονομικό πρακτορείο Bloomberg, είναι δύο παντελόνια τζιν, δύο ακριβά κοστούμια, μια ντουζίνα λευκά πουκάμισα με το μονόγραμμά του και, φυσικά, ένα κινητό τηλέφωνο iPhone, τα οποία «στριμώχνει» στη βαλίτσα που κουβαλάει σε κάθε του ταξίδι. Αυτό το lifestyle είναι, εξάλλου, που του απέφερε και το παρατσούκλι του «άστεγου δισεκατομμυριούχου».
Πολλές φορές, ωστόσο, τα εισαγωγικά σε μια λέξη μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Γιατί ως «άστεγος», ο κ. Μπέργκρουεν δεν αντιμετώπισε ποτέ στη ζωή του κάποιο ουσιαστικό πρόβλημα διαβίωσης – το αντίθετο, δηλαδή, απ’ ό,τι συνέβη στην περίπτωση του Ελληνοϊταλού Τζον Πολ Ντετζόρια. Γεννημένος στις 13 Απριλίου του 1944, ο μελαχρινός άνδρας με το εντυπωσιακό παρουσιαστικό και τη χαρακτηριστική αλογοουρά δεν χρειάζεται εισαγωγικά στη λέξη άστεγος, καθώς, πολύ πριν η επιτυχία και η καταξίωση του χτυπήσουν την πόρτα, ζούσε κυριολεκτικά μέσα στο αυτοκίνητό του. Σήμερα, με περιουσία που υπολογίζεται στα 4 δισ. δολάρια (είναι ο 329ος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, σύμφωνα με το περιοδικό «Forbes»), έχει αφήσει οριστικά πίσω του τις μέρες της φτώχειας και της μιζέριας, αντλώντας το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του από την εταιρεία του John Paul Mitchell Systems, που παρασκευάζει προϊόντα για τον καλλωπισμό των μαλλιών. Ιδιαίτερα γνωστός, μεταξύ άλλων, για το ευρύ φιλανθρωπικό του έργο, ο Τζον Πολ Ντετζόρια προέρχεται από μετανάστες γονείς – Ελληνίδα η μητέρα του, Ιταλός ο πατέρας του.
Σύμφωνα με τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, για να φτάσει στην επιτυχία και την επαγγελματική καταξίωση χρειάστηκε πρώτα να διαβεί έναν δρόμο που κάθε άλλο παρά στρωμένος με ροδοπέταλα ήταν. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν πολύ μικρός, σε ηλικία μόλις δύο ετών. Επτά χρόνια αργότερα ξεκίνησε να πουλά χριστουγεννιάτικες κάρτες και εφημερίδες μαζί με τον αδελφό του προκειμένου να στηρίξουν οικονομικά την οικογένεια.
Η μητέρα τους δεν μπορούσε να αναθρέψει μόνη της τα δύο αγόρια κι έτσι αναγκάστηκε να τα δώσει σε ανάδοχη οικογένεια. Ο Τζον Πολ Ντετζόρια, όπως και πολλά άλλα παιδιά, ήταν μέλος μιας συμμορίας στο Ανατολικό Λος Αντζελες, την οποία ωστόσο εγκατέλειψε όταν ένας καθηγητής Μαθηματικών τού είπε πως δεν θα πετύχει τίποτα στη ζωή του. Αποφοίτησε το 1962 και μπήκε στο Ναυτικό. Εμεινε εκεί για δύο χρόνια και έπειτα εργάστηκε από καθαριστής μέχρι πωλητής. Μάλιστα, έμεινε άστεγος για ένα διάστημα και αναγκάστηκε να συλλέγει μπουκάλια για να επιβιώσει.
Στον χώρο της φροντίδας και της περιποίησης των μαλλιών μπήκε ως εργαζόμενος στα εργαστήρια της Redken. Λίγο προτού ξεκινήσει την εταιρεία του, έμεινε για δεύτερη φορά άστεγος εξαιτίας του χωρισμού με τη σύζυγό του. Το καινούριο του «σπίτι», εκ των πραγμάτων, έμελλε να είναι το αυτοκίνητό του. Το 1980 δημιούργησε την εταιρεία John Paul Mitchell Systems μαζί με τον κομμωτή Πολ Μίτσελ, χάρη σε ένα δάνειο 700 δολαρίων. Το όνειρο των δύο φίλων ήταν να δημιουργήσουν ένα επαναστατικό σύστημα μαλλιών με τρία προϊόντα (Σαμπουάν 1, Σαμπουάν 2 και Κοντίσιονερ). Το επιχειρηματικό όραμά τους έγινε πραγματικότητα και σήμερα η εταιρεία τους παράγει πάνω από 100 προϊόντα και είδη κομμωτικής σε περισσότερες από 80 χώρες σε όλο τον κόσμο.
Πολυπράγμων επιχειρηματίας και φιλάνθρωπος
Ο πολυπράγμων κ. Ντετζόρια συμμετέχει σε διάφορες επιχειρηματικές κινήσεις, όπως η εταιρεία Patron Spirits, την οποία ίδρυσε το 1989, και πλέον πουλά πάνω από 2 εκατομμύρια κιβώτια τεκίλα τον χρόνο, αν και μία φιαλή μόνο μπορεί να αγγίξει την τιμή ακόμα και των 499 δολαρίων!
Ο ίδιος ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της αλυσίδας νυχτερινών μαγαζιών «House of Blues», τα οποία πωλήθηκαν αντί 350 εκατ. δολαρίων το 2006.
Επίσης, έχει μερίσματα στις εταιρείες Pyrat Rum, Ultimat Vodka, Solar Utility, Sun King Solar, Touchstone Natural Gas, Three Star Energy, Diamond Audio, σε μια αντιπροσωπία Harley Davidson dealership, σε μια εταιρεία διαμαντιών (DeJoria), στην εταιρεία κινητής τεχνολογίας ROK Americas και την John Paul Pet, η οποία περιποιείται ζώα, κ.ά.
Παράλληλα με τις πλούσιες επιχειρηματικές του δραστηριότητες, έχει αναπτύξει φιλανθρωπικό και περιβαλλοντικό έργο, που είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Μαζί με τον δημοφιλή Χολιγουντιανό ηθοποιό Μπραντ Πιτ, τον ιδιοκτήτη της Virgin, Ρίτσαρντ Μπράνσον, και τον ιστορικό ηγέτη της Νοτίου Αφρικής, Νέλσον Μαντέλα, ο οποίος έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, είναι ιδρυτής του Mineseeker, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που αναζητεί λύσεις για το παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκών.
Το 2009, λόγω της οικονομικής κρίσης, δώρισε 150.000 δολάρια προκειμένου να ξεκινήσει τον Grow Appalachia, έναν οργανισμό που μαθαίνει στους ανθρώπους σε φτωχές περιοχές -κυρίως στο Κεντάκι- να καλλιεργούν, να μαγειρεύουν και να συντηρούν τα λαχανικά τους.
Επίσης, έχει λάβει πολλούς επαίνους για το φιλανθρωπικό του έργο, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει ο ορισμός του ως μέλους εφ’ όρου ζωής στον Σύλλογο Διακεκριμένων Αμερικανών Horatio Alger, που θέλησαν έτσι να τιμήσουν το ταξίδι του προς την επιτυχία.
Τζον Πολ Ντετζόρια
Ο Τζον Πολ Ντετζόρια γεννήθηκε στις 13 Απριλίου του 1944 στο Εκο Παρκ του Λος Αντζελες. Είναι γιος μεταναστών (Ελληνίδα μητέρα, Ιταλός πατέρας), οι οποίοι πήραν διαζύγιο όταν εκείνος βρισκόταν στην ηλικία των δύο ετών. Εχει δηλώσει ότι η μητέρα του υπήρξε το πρότυπο και η έμπνευσή του. Μάλιστα, στον «τοίχο» του στο Facebook έχει μία φωτογραφία της κάτω από αυτές με τον Ρόμπερτ Πλαντ του θρυλικού ροκ συγκροτήματος Led Zeppelin. Είναι ο πλουσιότερος Αμερικανός ελληνικής καταγωγής. Η μεγαλύτερη πολυτέλεια που δεν στερεί από τον εαυτό του είναι το προσωπικό του τζετ. Εχει έξι παιδιά και δέκα εγγόνια. Προσπαθεί εδώ και χρόνια, λόγω σεμνότητας, να βγει από τη λίστα του περιοδικού «Forbes» με τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, δίχως ωστόσο να τα έχει καταφέρει.