Στην εκτίμηση ότι η αύξηση των επιτοκίων θα έχουν αποτέλεσμα και θα σταθεροποιηθεί η λίρα εκτιμά ο υπ. Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ σε συνέντευξη του στο CNBC επιμένοντας ότι η ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας έχει σημαντικό ρόλο για την κυβέρνηση παρά τις αιχμές που έχουν αφήσει κυβερνητικά στελέχη.
Ο ίδιος αρνήθηκε τις εκτιμήσεις ότι η τουρκική οικονομία μπορεί να περάσει σε ύφεση, σημειώνοντας πως το πλήγμα για την οικονομία θα είναι βραχυπρόθεσμο και διαχειρίσιμο. Όπως χαρακτηριστικά είπε: “θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με μέτριους ρυθμούς ανάπτυξης”.
Έσπευσε μάλιστα να τονίσει ότι η Τουρκία δεν προτίθεται σε καμία περίπτωση να λάβει μέτρα για τον έλεγχο στη διακίνηση Κεφαλαίων ή την επιβολή φόρου στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές.
Σύμφωνα με τον κ. Σιμσέκ, παρά την αναταραχή που έχει προκληθεί απ’ το πρόσφατο σκάνδαλο διαφθοράς, υπάρχει πολιτική σταθερότητα στη χώρα και ως εκ τούτου υπάρχουν οι βάσεις για σταθεροποίηση και εκ νέου ανάπτυξη της οικονομίας.
Εξάλλου, όπως είπε, δεν υπάρχει μεγάλη εκροή κεφαλαίων απ’ τη χώρα, γεγονός που οφείλεται στην εμπιστοσύνη που έχουν οι επενδυτές στο πρόσωπο και την κυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν που έβγαλε την Τουρκία απ’ την κρίση της περασμένης δεκαετίας και άνοιξε περισσότερο την οικονομία.
Αναγνώρισε όμως ότι η εγχώρια ζήτηση θα περιοριστεί, αλλά εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι με το κατάλληλο μείγμα πολιτικής θα ξεπεραστεί, “όπως κάναμε και το 2012, όταν είχαμε παρόμοιο φαινόμενο”, σημείωσε.
Ερωτηθείς για το εναλλακτικό σχέδιο, για το οποίο έκανε πρόσφατα λόγο ο Τούρκος πρωθυπουργός, ο κ. Σιμσέκ τόνισε ότι βασικός στόχος παραμένει η προσέλκυση επενδύσεων και η βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών.
Γι αυτό και προανήγγειλε μεταρρυθμίσεις που θα ανοίξουν ακόμα περισσότερο την τουρκική οικονομία στο επιχειρείν, ξένο ή εγχώριο. Μάλιστα, όπως είπε, σχεδιάζεται νέο φορολογικό νομοσχέδιο που θα κάνει, όπως είπε, πιο ελκυστικό επενδυτικό προορισμό την τουρκία. Υπογράμμισε επίσης την ανάγκη να συνεχιστεί η πολιτική που ευνοεί τον ανταγωνισμό στη χώρα ώστε να επιτυγχάνεται αύξηση της παραγωγικότητας και να διασφαλίζεται ευνοϊκό κλίμα για τις επιχειρήσεις. Παράλληλα τόνισε την ανάγκη ο πληθωρισμός να διατηρηθεί σε μονοψήφιο ποσοστό καθώς και να επιτυγχάνονται θετικές αξιολογήσεις απ’ τους οίκους αξιολόγησης “με δεδομένο ότι το δημόσιο χρέος είναι μόλις 25% του ΑΕΠ μας, το ένα τέταρτο δηλαδή απ’ ότι των χωρών της Ευρωζώνης. Γι αυτό το λόγο εξάλλου θα συνεχίσουμε να ακολουθούμε συνετή δημοσιονομική πολιτική”.