Στην αντεπίθεση περνάει η Επιτροπή Ανταγωνισμού αναφορικά με δημοσίευμα της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής» και τις αναφορές στη συνέχεια σε μερίδα του Τύπου, που οδήγησαν σε εισαγγελική έρευνα για τις δαπάνες Ανεξάρτητων Αρχών, με αφορμή πόρισμα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που διαπιστώνει «σπατάλες» σε μισθοδοσίες στην Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, στο πόρισμά του το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους αναφέρει ότι στην Επιτροπή Ανταγωνισμού διατηρήθηκαν επί μακρόν υψηλές αποζημιώσεις σε μέλη της και δεν εφαρμόστηκε ο νόμος που επιβάλλει την κατά το ήμισυ μείωσή τους. Μάλιστα αναφέρεται ότι μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού εμφανίζονται από το 2007 έως και το 2010 να παρίστανται σε περισσότερες από μία, αμειβόμενες, συνεδριάσεις ημερησίως με αποτέλεσμα να υπερβαίνουν τις 150 ετησίως που ορίζει ο νόμος. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι εντοπίστηκε ημέρα που φαίνεται να πραγματοποιήθηκαν επτά συνεδριάσεις. Το ποσό της αμοιβής για κάθε συνεδρίαση ήταν 300 ευρώ για τον πρόεδρο και 250 ευρώ για κάθε μέλος.
Η ανεξάρτητη αρχή από την πλευρά της, υπογραμμίζει πως υπόκειται εκ του νόμου σε προληπτικό και κατασταλτικό οικονομικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έχει ήδη θέσει υπόψη του τελευταίου τα σχετικά στοιχεία και έχει προβεί στις δέουσες ενέργειες σε σχέση με τις παρατηρήσεις της «Έκθεσης Ελέγχου Μισθοδοσίας», η οποία χρονολογείται ήδη από τον Μάιο του παρελθόντος έτους.
«Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, σεβόμενη την εισαγγελική διερεύνηση δεν θα προβεί σε δημόσιο επί της ουσίας σχολιασμό του δημοσιεύματος και αβάσιμων αναφορών που περιέχονται σε αυτό» απαντά στην ανακοίνωσή της και προσθέτει: «ευελπιστούμε ότι το προαναφερόμενο δημοσίευμα, υπό τον προσβλητικό τίτλο «Φέρτε πίσω τα λεφτά», δέκα μήνες μετά την κοινοποίηση της σχετικής έκθεσης του Γενικού Λογιστηρίου, δεν συνδέεται χρονικά με πρόσφατες ελεγκτικές ενέργειές της στο χώρο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης αλλά και άλλους κρίσιμους κλάδους της οικονομίας» αφήνοντας σαφές υπονοούμενο για τις υποθέσεις που διερευνά ως προς τις διανομές Τύπου αλλά και τις κατασκευαστικές.
Η ανακοίνωση της Αρχής καταλήγει πως «θα δοθεί η δυνατότητα με έγγραφα στοιχεία να πληροφορηθούν οι συμπολίτες μας, μεταξύ άλλων, ότι στην Επιτροπή, όχι μόνο διασπάθιση του δημόσιου χρήματος δεν γίνεται αλλά οι λειτουργικές της δαπάνες έχουν μειωθεί στο ελάχιστο, το όποιο πλεόνασμά της αποδίδεται στον κρατικό προϋπολογισμό, οι συνεδριάσεις της Επιτροπής έχουν περιοριστεί στο ήμισυ παρά τον αυξανόμενο όγκο του παραγόμενου έργου, και το προσωπικό της Επιτροπής, το οποίο λοιδορείται με τόση ευκολία στο δημοσίευμα, εξαντλεί αποθέματα ψυχής και αναλώνεται για να υπάρξουν αποτελέσματα σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας».