Η οικονομική κρίση και ύφεση στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Ελλάδα και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας (27% Νοέμβριος 2012, 1.345.000 άτομα Ελλάδα, 11%, 27 εκατ. άνεργοι Ε.Ε.-27), των νέων (15-24 ετών, 61%) αλλά και της ηλικιακής ομάδας 55-64 ετών (3,1% 2008, 4,9% 2009, 6,8% 2010, 9% 2011, 15,4% 2012-Οκτώβριος), ως αποτέλεσμα των ασκούμενων πολιτικών, των περικοπών, των δημοσίων και κοινωνικών δαπανών, καθώς και μείωσης των μισθών και των συντάξεων, αυξάνει τη σημασία της ενεργού συμμετοχής των μεγαλύτερων σε ηλικία ατόμων στην αγορά εργασίας.
Παράλληλα, οι αλλαγές που συντελούνται κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και ύφεσης στην αγορά εργασίας και στην διάρθρωση του ενεργού πληθυσμού με τα υψηλά ποσοστά ανεργίας των νέων αλλά και των άλλων ηλικιακών ομάδων, καθώς και των μακροχρόνια ανέργων (τετραπλασιασμός στην Ελλάδα την περίοδο 2009-2012) σε συνδυασμό με την μείωση των εισοδημάτων, οδηγούν σε αυξημένη εξάρτηση του οικονομικά ανενεργού πληθυσμού από τον ενεργό πληθυσμό.
Οι δυσμενείς αυτές εξελίξεις σηματοδοτούν την προοπτική ότι οι άνεργοι ηλικίας 45-54 ετών ή 55-64 ετών στην Ελλάδα και στις άλλες Μεσογειακές χώρες κρίσης χρέους δύσκολα θα επανέλθουν στην αγορά εργασίας.
Εξάλλου, η αναγκαιότητα μίας τέτοιας προοπτικής ανάπτυξης και απασχόλησης επιβάλλεται, εκτός των άλλων, από το γεγονός ότι η δημιουργία στην Ελλάδα 50.000 νέων θέσεων εργασίας τον χρόνο (1% του εργατικού δυναμικού) προϋποθέτει την ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 3,5%-4%. Αυτό σημαίνει ότι η ανεργία είναι διαρθρωτική και διατηρήσιμη με την έννοια ότι θα συνεχισθεί και στη φάση της ανάκαμψης με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού και του κράτους-πρόνοιας.
Με αυτά τα δεδομένα, η ανεργία στην Ελλάδα και την Ευρώπη δεν μπορεί να τιθασευτεί χωρίς ένα επενδυτικό σοκ δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, το οποίο θα συμβάλλει, εκτός από τη μείωση της ανεργίας, στην αύξηση της γονιμότητας και στην μείωση της γήρανσης του πληθυσμού. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο πληθυσμός στην Ευρώπη και την Ελλάδα γηράσκει. Πράγματι, τα τελευταία πενήντα χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί οκτώ χρόνια, ενώ οι δημογραφικές προβλέψεις εκτιμούν μία περαιτέρω αύξηση επτά ετών μέχρι το 2050. Ταυτόχρονα, τα μειωμένα ποσοστά γεννητικότητας που επικρατούν στην Ευρώπη από το 1970 και μετά και επιδεινώνονται κατά την περίοδο 2009-2013 της οικονομικής κρίσης και ύφεσης, συνηγορούν στην παγίωση της δημογραφικής γήρανσης κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Ως απάντηση στην δημογραφική γήρανση και στην αύξηση του αριθμού των ηλικιωμένων αλλά και του αριθμού των ανέργων ηλικιωμένων θεωρείται η ενεργός γήρανση.
Προτάσεις Πολιτικής Ενεργού Γήρανσης
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο (Ελλάδα) έχει διαμορφωθεί το θεσμικό πλαίσιο πολιτικών, περισσότερο αποσπασματικού χαρακτήρα, για την αντιμετώπιση της δημογραφικής γήρανσης και την αύξηση της απασχόλησης των ηλικιωμένων ατόμων. Παράλληλα, οι συμπεριφορές των εργοδοτών για εργαζόμενους μεγάλης ηλικίας, οι διακρίσεις λόγω ηλικίας στην αγορά εργασίας, με κυρίαρχη αυτή της ευελιξίας της εργασίας και η οικονομική κρίση και ύφεση, αποτελούν παράγοντες που αναδεικνύουν την αναγκαιότητα μίας νέας κατανόησης και διαμόρφωσης νέων στρατηγικών, στόχων, προτεραιοτήτων και πολιτικών ενεργού γήρανσης.
Πράγματι, στην Ελλάδα οι πολιτικές ενεργού γήρανσης δεν στέφθηκαν από επιτυχία γιατί, εκτός από τους προαναφερόμενους λόγους, περιορίσθηκαν σε ρυθμίσεις πρόωρης συνταξιοδότησης, αύξησης των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, απαλλαγή εισφορών των εργοδοτών προς την κοινωνική ασφάλιση, ιδιαίτερες χρηματοδοτήσεις προς τις ομάδες ηλικιών άνω των 55 ετών, μη στήριξης επανένταξης στην αγορά εργασίας των ηλικιωμένων ανέργων (ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης), δυσμενών συνθηκών εργασίας για ηλικιωμένους εργαζόμενους, κλπ.
Με άλλα λόγια, η αναποτελεσματικότητα των πολιτικών ενεργού γήρανσης στην Ελλάδα, συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή συνδέεται, κυρίως, με την βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων, με αποτέλεσμα να παραβλέπονται οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της γήρανσης, όπως στο επίπεδο της απασχόλησης, στο επίπεδο της παραγωγικότητας, στις εξελίξεις των μακρο-οικονομικών μεγεθών και στον αποκλεισμό των ηλικιωμένων ατόμων από την αγορά εργασίας (Ε. Γεωργίου, 2012).
Κατά συνέπεια, οι πολιτικές της ενεργού γήρανσης απαιτείται να αποτελούν μέρος μίας ολοκληρωμένης πολιτικής διαχείρισης της ηλικίας, αύξησης του οικονομικά ενεργού πληθυσμού και της συνολικής απασχόλησης, περιλαμβάνοντας «προληπτικά» και «θεραπευτικά» μέτρα από την πλευρά της προσφοράς αλλά και της ζήτησης, προκειμένου να διατηρείται η απασχόληση των εργαζομένων ηλικίας 55 ετών και άνω και να αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά η ανεργία τους (κοινωνικός προγραμματισμός της επιχείρησης).
Οι πολιτικές της ενεργού γήρανσης αν και αποτελούν μέρος της λύσης των προβλημάτων της αγοράς εργασίας και της απασχόλησης των ηλικιωμένων ατόμων, απαιτούν σχεδιασμό και συλλογικές συμφωνίες μεταξύ του κράτους και των κοινωνικών συνομιλητών, ενώ η υλοποίησή τους προϋποθέτει συντονισμένες πολιτικές και μεθοδική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους από τους εμπλεκόμενους φορείς (κράτος – κεντρικό, περιφερειακό, τοπικό επίπεδο – κοινωνικοί συνομιλητές, επιχειρήσεις) ώστε να ελεγχθεί η επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων. Οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και η αναγκαιότητα συντονισμένων και ολοκληρωμένων και όχι αποσπασματικών παρεμβάσεων, αναδεικνύουν την πολυδιάσταση αλλά και τις δυσχέρειες του εγχειρήματος που μπορεί να αντιμετωπισθούν με συλλογικότητα, συντονισμό, χρηματοδότηση, σεβασμό στα εργασιακά δικαιώματα, αποτελεσματικότητα και αξιολόγηση.
**Το κείμενο του κ. Σάββα Ρομπόλη, εντάσσεται σε συνολικότερη εισήγησή του με τίτλο “Οικονομική κρίση και ενεργός γήρανση”, σε ημερίδα που διοργάνωσε η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ελλάδος για την “Αξιοποίηση του Ενεργού Πληθυσμού Χωρίς Ηλικιακούς Αποκλεισμούς”. Δείτε ολόκληρη την εισήγηση, πατώντας εδώ