Ολα δείχνουν ότι επωάζονται μεγάλες αλλαγές, όχι συγκυριακές, αλλά από εκείνες που γίνονται κάθε 100 χρόνια και μεταβάλλουν βαθιά τις δομές των οικονομιών, των κοινωνιών, τη φύση του ίδιου του καπιταλισμού.
Το σκάσιμο της πιστωτικής φούσκας πυροδότησε εστίες κρίσης στις οικονομίες, στους κρατικούς προϋπολογισμούς και την απασχόληση και έγινε αφορμή να υποχωρήσει απότομα το βιοτικό επίπεδο στη μισή Ευρώπη, ενώ μετά τις ευρωεκλογές η κρίση μεταφέρθηκε στο πολιτικό πεδίο, απειλώντας την ίδια τη συνοχή της Ε.Ε.
Μπορεί το ευρωπαϊκό σύστημα εξουσίας να υπερηφανεύεται ότι απέφυγε τη διάλυση του ευρώ, αλλά στην πραγματικότητα η πίεση δεν εκτονώθηκε, απλώς μεταφέρθηκε σε άλλο πεδίο, το πολιτικό. Και ο μοχλός μετάδοσης ήταν οι πολιτικές της λιτότητας που εφαρμόστηκαν.
Το σύστημα μοιάζει με ένα καζάνι που βράζει και χάνει ατμό από διαφορετικές μεριές.
Οταν καλύπτεις τη μια τρύπα, ανοίγει άλλη.
Μέχρι σήμερα, οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ αποδείχθηκαν κατώτερες των περιστάσεων. Δεν αντιλήφθηκαν τη φύση των προβλημάτων και παρενέβαιναν πάντα με χρονική καθυστέρηση, όταν τα προβλήματα είχαν πλέον διογκωθεί και οι λύσεις δεν επαρκούσαν.
Θα καταφέρουν οι -ίδιες- ηγεσίες σήμερα να ανταποκριθούν στις προκλήσεις και να θέσουν υπό έλεγχο τις αποσχιστικές τάσεις στη Βρετανία και τον γαλλικό αντιευρωπαϊσμό; Κάτι τέτοιο μοιάζει αμφίβολο, αφού η βασική αιτία που ξυπνά τον -αντιδραστικό ως επί το πλείστον- αντιευρωπαϊσμό είναι η οικονομική πίεση. Η Ευρωζώνη, όμως, έχει «νομοθετήσει» τη λιτότητα με τα σύμφωνα σταθερότητας και οικονομικής εποπτείας, με αποτέλεσμα να είναι θεσμικώς απαγορευμένο να αλλάξει η στρατηγική και να εφαρμοστούν επεκτατικές αναπτυξιακές πολιτικές.
Οι πολίτες ήταν ήδη επιφυλακτικοί απέναντι στην ευρωγραφειοκρατία και την εξουσία των Βρυξελλών, αλλά τώρα πλέον ζουν υπό την παντοκρατορία του Βερολίνου, καθώς η Γερμανία εκμεταλλεύτηκε την πλεονεκτική οικονομική της θέση για να εδραιώσει την πολιτική επιρροή της στην Ε.Ε. Η αποξένωση του κόσμου από τα νέα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας τρέφει και αυτή με τη σειρά της τον αντιευρωπαϊσμό, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Γαλλία, η οποία μέχρι πρότινος ήταν συμπρωταγωνιστής στο ευρωπαϊκό έργο.
Η μεσαία τάξη, αποσταθεροποιημένη και φοβισμένη σχεδόν σε όλη την Ευρώπη και απογοητευμένη από το εγχείρημα του ευρώ και την αντιμετώπιση της κρίσης, αμφισβητεί πλέον το μοντέλο της ενοποίησης και ελκύεται από τις δυνάμεις του ακροδεξιού λαϊκισμού και της ξενοφοβίας, η οποία πατάει και πάνω στο υπαρκτό πρόβλημα της μετανάστευσης.
Το ταραγμένο αυτό ευρωπαϊκό περιβάλλον είναι καθοριστικό για όλα όσα πρόκειται να συμβούν και στην Ελλάδα, όπου επίσης κυοφορούνται μεγάλες αλλαγές.
Η καταστροφική ύφεση έχει κλονίσει περισσότερο τη μεσαία τάξη στη χώρα μας και, αντίστοιχα, τον μεσαίο πολιτικό χώρο, ο οποίος επλήγη βίαια.
Η Ν.Δ. συρρικνώνεται, ενώ το ΠΑΣΟΚ έχει καταρρεύσει λόγω της άσκησης εξουσίας και της πρόσδεσής του στην παράταξη της Δεξιάς. Δεν είναι τυχαίο ότι αιφνιδιαστικά επιχειρεί ανοίγματα προς τα αριστερά με προφανή στόχο να ξανασυναντήσει τα κοινωνικά στρώματα που το εγκατέλειψαν.
Τα μεσαία στρώματα, όμως, ενίσχυσαν τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος σταδιακά εδραιώνεται στον ρόλο του μεγάλου κόμματος, εξελίσσεται σε δύναμη εξουσίας και επιχειρεί να διαμορφώσει κυβερνητικό προφίλ.
Τα σχέδια του για την οικονομία γίνονται σταδιακά πιο συγκεκριμένα και βασίζονται σε μια διαφορετική προσέγγιση, με ενίσχυση των αμοιβών και των επενδύσεων και στόχο την αύξηση της ενεργού ζήτησης – σε αντίθεση με την πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, η οποία πλήγωσε βαθιά την οικονομία, χωρίς να αποδώσει.
Ο κλασικός αντίλογος είναι ότι η πολιτική αυτή είναι δύσκολο να εφαρμοστεί εντός Ευρωζώνης, αλλά έρχεται τώρα η νέα ευρωπαϊκή πολιτική πραγματικότητα για να δείξει ότι το ζητούμενο είναι μια συνολική αλλαγή στην κατεύθυνση αυτή σε όλη την Ευρώπη.
Αν δεν αλλάξουν οι πολιτικές, το καζάνι κάποια στιγμή θα σκάσει.